21.2.14

Kβαντική Ψυχιατρική (Andrew Powell)



Kβαντική Ψυχιατρική (Andrew Powell) - πραγματικότητα, συνείδηση, ψυχή, Ψυχολογία, Κβαντική φυσική


Το ψάρι είπε στο άλλο ψάρι: «Πάνω από τούτη τη θάλασσα είναι μια άλλη, με πλάσματα που κολυμπούν εκεί και ζουν εκεί, όπως εμείς ζούμε εδώ.»
Το ψάρι απάντησε: «Τι τρέλα! Αφού ξέρεις πως καθένας που βγαίνει από τη θάλασσά μας, ας είναι και για τόσο δα, πεθαίνει. Ποιος σου είπε για άλλες ζωές σε άλλες θάλασσες;»
Χαλίλ Γκιμπράν, Ο Προφήτης

Οι περισσότεροι ψυχίατροι θεωρούν ότι οι ψυχικές διαταραχές προκαλούνται από διαταραχή της χημείας του εγκεφάλου, μια άποψη που στηρίζεται από τις πρόσφατες ανακαλύψεις της νευρολογίας.

Υπάρχουν επίσης πολλά εμπειρικά στοιχεία ότι η ψυχολογική ένταση μπορεί να πυροδοτήσει αλλαγές στη χημεία του εγκεφάλου. Αυτό ενίσχυσε τη δημιουργία ενός βιο-ψυχο-κοινωνικού μοντέλου ψυχικής διαταραχής, όπου συνδυάζονται γενετικοί και δυναμικοί παράγοντες. Ωστόσο, το θεμελιώδες ερώτημα «τι είναι ο νους» παραμένει αναπάντητο, γιατί ο νους δεν έχει υλική υπόσταση.

Η γενική άποψη είναι ότι ο νους είναι επι-φαινομενικός, δηλαδή δευτερεύον φαινόμενο της λειτουργίας του εγκεφάλου. Πιστεύεται πως ο εγκέφαλος κατά κάποιον τρόπο παράγει συνειδητότητα. Η υπόθεση αυτή, αν και λογικοφανής, δεν είναι λογική. Πώς μπορεί κάτι τελείως υλικό να δημιουργήσει κάτι μη-υλικό; Ωστόσο θεωρείται δεδομένο σε έναν κόσμο που βασίζεται στην ιδέα του μηχανικού, υλικού σύμπαντος, όπου οι πέντε αισθήσεις θεωρούνται η μόνη αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης.

Διαφωνώ με αυτή την υλιστική άποψη του κόσμου, που ξεκίνησε με τον Ρενέ Ντεκάρτ και τον Ισαάκ Νεύτωνα πριν από 300 χρόνια. Ο Ντεκάρτ θέσπισε το χρυσό κανόνα της εμπειρικής επιστήμης, πως τίποτε δεν θεωρείται αληθινό μέχρι να αποδειχθεί, και ο Νεύτων έθεσε τα θεμέλια του μηχανικού σύμπαντος όπου ο χρόνος είναι απόλυτος και ο χώρος δομείται σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης.

Από τότε, το χάσμα μεταξύ θρησκείας κι επιστήμης ολοένα βαθαίνει. Η Εκκλησία δεν μπορούσε πλέον να ισχυριστεί ότι κατανοούσε τη λειτουργία του σύμπαντος, και ο πνευματικός κόσμος απομακρύνθηκε από τον υλικό. Κατά το 19ο αιώνα, η νέα επιστήμη της ψυχολογίας επανακαθόρισε τον ψυχικό κόσμο με κοσμικούς όρους. Ο Ζίγκμουντ Φρόυντ (1927) είδε τη θρησκεία ως μαζική άμυνα κατά των νευρώσεων, κι ακόμη και ο Καρλ Γιουνγκ, παρά το προσωπικό πνευματικό ταξίδι του, περιορίστηκε να ορίσει την ψυχή ως "το ζωντανό εντός του Ανθρώπου, εκείνο που ζει από μόνο του και δημιουργεί ζωή" (Γιουνγκ, 1959:26).

Η ψυχιατρική προσπαθεί να αποδείξει πως είναι μία επιστήμη ίση με τις άλλες, και λίγο νοιάζεται για την πνευματικότητα. Κι όμως μια έρευνα του Ιδρύματος Ψυχικής Υγείας (1997) έδειξε πως πάνω από το 50% των ασθενών είχαν θρησκευτικές ή πνευματικές πεποιθήσεις που τις θεωρούσαν σημαντικές στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την ψυχική ασθένεια. Επίσης είπαν ότι δεν ένιωθαν άνετα να συζητήσουν τις πεποιθήσεις τους με τον ψυχίατρο. Διαπίστωσα πως οι ψυχίατροι που ιδιωτικά αναγνωρίζουν τη σημασία της πνευματικότητας συχνά διστάζουν να ανοίξουν τέτοιες συζητήσεις με ασθενείς επειδή δεν περιλαμβάνεται στην ιατρική, ψυχιατρική και ψυχοθεραπευτική τους παιδεία (Powell, 2001).

Οι επιπτώσεις της Νευτώνειας κοσμοθεωρίας υπήρξαν τεράστιες. Το επιστημονικό πρότυπο της ψυχής δεν χωράει την πνευματική ψυχή - δεν υπάρχει τίποτε πριν τη γέννηση και μετά το θάνατο. Όλα θεωρείται ότι απορρέουν από τη σύντομη, υλική μας ύπαρξη, και το ανθρώπινο εγώ είναι η μόνη πηγή συνειδητότητας. Είμαστε πλάσματα ανεξάρτητα, περιορισμένα εντός των ορίων του σώματός μας, και κινούμαστε σε ένα απρόσωπο τρισδιάστατο σύμπαν, απόλυτα αδιάφορο στις πράξεις μας. Πως να μην είναι η κατάθλιψη η σύγχρονη ασθένεια; Τα πρώτα πέντε χρόνια που βγήκε στην αγορά το αντικαταθλιπτικό Prozac, δόθηκαν πάνω από 10 εκατομμύρια συνταγές (Kramer, 1994).


Kβαντική Συνειδητότητα
Η Νευτώνεια επιστήμη κλονίστηκε για πρώτη φορά πριν από 70 χρόνια. Με τη γέννηση της κβαντικής μηχανικής, η άποψη ότι ο υλικός κόσμος είναι στερεός, σταθερός και ανεξάρτητος από το νου αποδείχθηκε αβάσιμη. Για παράδειγμα, το διάσημο πείραμα κύματος-σωματιδίου έδειξε πως όταν μια δέσμη φωτός περνά από μια στενή σχισμή, υποατομικά πακέτα φωτός, τα κβάντα, χτυπούν στην οθόνη ανίχνευσης σαν μικροσκοπικές σφαίρες. Αν κάνουμε δύο παράλληλες σχισμές, το φως που περνά δημιουργεί ένα πρότυπο κυματικής συμβολής. Τα σωματίδια γίνονται κύματα, και τα κύματα σωματίδια. Και οι δύο "πραγματικότητες" είναι εξίσου υπαρκτές και αδιαχώριστες από τον παρατηρητή/συμμετέχοντα. Πίσω από τη δυαδικότητα κύματος-σωματιδίου κρύβεται αναμφίβολα το βασίλειο των κυματιδίων. Αυτή είναι μόνο η αρχή, γιατί η θεωρία των υπερχορδών προτείνει ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες διαστάσεις απ' όσες χωρούν στον τοπικό μας χωροχρόνο.

Τα ηλεκτρόνια δεν γίνονται πλέον αντιληπτά ως σωματίδια που περιστρέφονται γύρω από το άτομο σαν μικροσκοπικό ηλιακό σύστημα. Το ηλεκτρόνιο απλώνεται στο χώρο ως κβαντικό κύμα και εμφανίζεται ως σωματίδιο στον υλικό μας χωροχρόνο, μόνον όταν ένας συνειδητός παρατηρητής κάνει μια μέτρηση. Ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε την ταχύτητα και τη θέση του ηλεκτρονίου κατά την ίδια στιγμή, γιατί όταν καθηλώνεται το κβαντικό κύμα, το μόνο που έχουμε είναι μια στατιστική πιθανότητα να εμφανιστεί το ηλεκτρόνιο εκεί που το περιμένουμε. Μπορεί να υλοποιηθεί εκατοντάδες, χιλιάδες ή κι εκατομμύρια μίλια μακριά. Όταν συμβαίνει αυτό, φτάνει εκεί σε χρόνο μηδέν. Υπερβαίνει και το χώρο και το χρόνο. Ιδού μερικές δηλώσεις διάσημων φυσικών:

"Η θεμελιώδης διαδικασία της φύσης παραμένει εκτός του χωροχρόνου αλλά προκαλεί συμβάντα που εντοπίζονται στο χωροχρόνο" (Stapp, 1977:202).

"Τελικά, ολόκληρο το σύμπαν (με όλα τα σωματίδια, μαζί κι εκείνα που αποτελούν τους ανθρώπους, τα εργαστήρια, τα όργανα παρατήρησης κλπ.) πρέπει να θεωρηθεί ως ένα αδιαίρετο όλον, όπου η ανάλυση σε χωριστά και ανεξάρτητα μέρη δεν έχει ουσιαστική αξία" (Bohm, 1983:174).

"Το σύμπαν υπάρχει ως άμορφο ενδεχόμενο σε μυριάδες πιθανά παρακλάδια στον υπερβατικό χώρο και εκδηλώνεται μόνο όταν το παρατηρούν συνειδητά όντα" (Goswami, 1993:141).

Το βασίλειο των κβάντα και το υλικό σύμπαν, που προκύπτει απ' αυτό, είναι ένα αδιαίρετο, ενιαίο όλον. Ακόμη πιο παράδοξα, φαίνεται πως η συνειδητή μας συμμετοχή οδηγεί στην ύπαρξη του υλικού κόσμου.

Όταν η συνειδητότητα καθηλώνει την κυματική λειτουργία στον τρισδιάστατο χωροχρόνο, νους και ύλη προκύπτουν ταυτόχρονα, σαν τις δύο πλευρές ενός νομίσματος. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα, τόσο με την προσωπική όσο και με τη συλλογική έννοια. Καθένας μας έχει συνείδηση του εαυτού του, εφ' όσον συνδεόμαστε με το ολικό πεδίο συνειδητότητας, και από αυτήν την προσωπική οπτική γωνία προκαλούμε επανειλημμένες περαιτέρω καθηλώσεις της κυματικής λειτουργίας. Η διαδικασία μπορεί να συγκριθεί με τον τρόπο που τα καρέ μιας ταινίας διαδέχονται το ένα το άλλο και δίνουν εντύπωση κίνησης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούμε διαρκώς αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα, και τη βιώνουμε τόσο σαν εσωτερικό ψυχικό χώρο και ως εξωτερικό φαινομενικό κόσμο γύρω μας.

Ο εξωτερικός κόσμος είναι αξιοσημείωτα σταθερός, δίνοντας την εντύπωση πως υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς. Όταν γυρίζουμε σπίτι μετά τη δουλειά, το σπίτι μας δεν έχει φύγει. Αυτό συμβαίνει επειδή το κύμα πιθανοτήτων που η συνειδητότητά μας καθηλώνει μόλις φτάσουμε σπίτι, και που υλοποιεί το σπίτι μας, παράγεται από όλα τα συνειδητά όντα ανά πάσα στιγμή. Εκτός αν συμβεί κάποια απρόβλεπτη καταστροφή, το σπίτι σας παραμένει πάντα εκεί που το αφήσατε.

Σκεφτείτε όμως λίγο αυτά τα σπάνια κι απρόβλεπτα συμβάντα που ονομάζουμε θαύματα. Εφ’ όσον η κυματική λειτουργία περιέχει (εν δυνάμει) κάθε τι που υπάρχει σε όλο το χρόνο, δεν υπάρχει κατ' αρχήν κανένα όριο στις δυνατότητες. Ένας νους με μοναδικές δυνάμεις μπορεί να καθηλώσει το κύμα μοναδικά, μετατρέποντας το κρασί σε νερό.

Οι κβαντικές επιδράσεις εμφανίζονται πιο εύκολα στο υποατομικό επίπεδο, αλλά η έρευνα σε συστήματα μεγάλης κλίμακας (Schmidt, 1987) αποκάλυψε πως οι γεννήτριες τυχαίων αριθμών μετά από χιλιάδες δοκιμές δείχνουν μια τάση προς τα πάνω ή προς τα κάτω, που σχετίζεται με τις προθέσεις του πειραματιστή. Αυτές οι μελέτες έχουν επαναληφθεί, οπότε μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας ότι ο νους επηρεάζει την ύλη. Έχει επίσης δειχθεί ότι πειραματικά υποκείμενα που είναι συναισθηματικά συντονισμένα μπορούν να συγχρονίζουν τα εγκεφαλικά τους κύματα από απόσταση (Targ and Puthoff, 1974). Επομένως ο νους επηρεάζει το νου από απόσταση, είτε από κοντά είτε από μακριά.

Τις δεκαετίες 1970 και 1980, πειράματα όρασης εξ’ αποστάσεως που χρηματοδότησε ο στρατός των ΗΠΑ στο Ερευνητικό Ίδρυμα Stanford έδωσαν επιτυχίες με πιθανότητα πάνω από ένα δισεκατομμύριο δισεκατομμυρίων προς ένα έναντι του τυχαίου (Μάιος 1988). Ο νους μπορεί να "ταξιδέψει" σε μακρινές τοποθεσίες και να αναφέρει με ακρίβεια τι υπάρχει εκεί. Η πρόγνωση έχει πλέον διαπιστωθεί με βεβαιότητα σε εμπειρική βάση (Radin, 1997). Επομένως ο νους λειτουργεί όχι μόνο πέρα από το χώρο αλλά και πέρα από το χρόνο.

Έχει ερευνηθεί η δύναμη της προσευχής (Byrd, 1988), καθώς επίσης και πάνω από 150 ελεγχόμενες μελέτες για θεραπείες με ανθρώπους και φυτά (Benor, 1992, 2001). Η εξ’ αποστάσεως πρόθεση ενός νου μπορεί να βοηθήσει τη θεραπεία και την υγεία ενός άλλου.

Πρέπει όμως να δούμε και τις αρνητικές συνέπειες. Ένας στρατιωτικός στο προαναφερθέν πρόγραμμα όρασης εξ’ αποστάσεως κατηγόρησε το πρόγραμμα όταν αναγκάστηκε να λάβει μέρος σε πειράματα επιρροής εξ’ αποστάσεως (Morehouse, 2000). Επομένως, η μαγεία δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι λειτουργεί μόνο μέσω της υποβολής.


Πολυδιάστατη Συνειδητότητα
Η άμεση γνώση πραγματικοτήτων άλλων διαστάσεων είναι, φυσικά αλληλένδετη με τις προβολές του ανθρώπινου νου, όπως δείχνει η εκτεταμένη βιβλιογραφία των επιθανάτιων εμπειριών (Fenwick, 1995). Αν όμως αποδώσουμε τα πάντα σε προβολές θα περιπέσουμε στο σφάλμα των προ-Κοπερνίκειων αστρονόμων, που πίστευαν πως ο Ήλιος οφείλει να περιστρέφεται γύρω από τη Γη.

Το πρόβλημά μας είναι πως δεν μπορούμε να δούμε όλη την εικόνα. Πολλοί πιστεύουμε πως η ύστατη συνειδητότητα που ονομάζουμε Θεό ξέρει τι γίνεται στο σύμπαν - τουλάχιστον έχουμε συνείδηση μιας πραγματικότητας μεγαλύτερης από εμάς -  σε αντίθεση με τα μυρμήγκια που πηγαινοέρχονται χωρίς να ξέρουν ότι τα παρακολουθούμε - ή έτσι νομίζουμε!

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον ψυχίατρο ή τον ψυχοθεραπευτή; Όχι βέβαια ότι η νευρολογία δεν ισχύει, ή ότι η ψυχολογία ανάπτυξης έχει λάθος. Απλώς πρέπει να προσέχουμε να μην μπερδεύουμε το μέρος με το όλον. Ο γραμμικός χρόνος που μας σημαδεύει από τη γέννηση μέχρι το θάνατο δεν είναι παρά ένας μόνον άξονας από τους πολλούς του κόσμου. Τα όρια της αντίληψης, της όρασης της ακοής, της αφής, της όσφρησης και της γεύσης δεν ορίζουν την πραγματικότητα. Ας εκτιμήσουμε τις ιδιαίτερες αισθήσεις μας: είναι απαραίτητα εργαλεία για την αντίληψη του τρισδιάστατου χωροχρόνου.
Το βασίλειο των κβάντα έχει προηγούμενο στη Θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα. Η διαφορά είναι ότι τώρα έχουμε την επιστημονική εξήγηση του κύματος πιθανότητας και των άπειρων δυνατοτήτων που περικλείει. Αυτό όμως σημαίνει πως όλα ισχύουν και πως μπορούμε να ισχυριστούμε πως έχουμε "δίκιο" σε κάθε περίπτωση;


H αποδεκτή πραγματικότητα και το παραφυσικό
Από την ιστορία του πολιτισμού προέκυψε αυτό που γνωρίζουμε σαν αποδεκτή πραγματικότητα - ένα πλαίσιο μέτρων και αξιών όπου θρησκεία, επιστήμη, κουλτούρα και παιδεία συνεισφέρουν σε μια συνεπή κοσμοθεωρία. Η διάγνωση ψυχικών διαταραχών όπως η σχιζοφρένεια και η κατάθλιψη δεν γίνεται στο κενό αλλά εντός της αποδεκτής πραγματικότητας. Κάθε άτομο ορίζει το δικό του εσωτερικό κόσμο. Αλλά η αλήθεια του ενός είναι ψευδαίσθηση για τον άλλον, και ως μέλη της κοινωνίας υποχρεωνόμαστε να ακολουθούμε τις κοινά αποδεκτές αλήθειες που τροφοδοτούν τα συστήματα πεποιθήσεων. Τις αφομοιώνουμε υποσυνείδητα και επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.

Ας συνδέσουμε τώρα τις δύο περιοχές συνειδητότητας που περιγράψαμε. Από τη μία έχουμε τον κόσμο των αισθήσεων και της αποδεκτής πραγματικότητας, κι από την άλλη την απεριόριστη λειτουργία της συνειδητότητας πέρα από το χωροχρόνο, που οδηγεί σε αυτό που στη Δύση λέγεται μεταφυσικό.

Για πολλούς, η γνώση του αιώνιου και του απεριόριστου παραμένει άπιαστη. Υπάρχει λόγος γι' αυτό. Η συνειδητότητα του ανθρώπινου είδους απασχολείται με τη διαρκή ροή σκέψης και συναισθημάτων που απορρέουν από τον αγώνα της ζωής, και για τους περισσότερους ανθρώπους είναι υπεραρκετό!
Είναι σαν να μας περιβάλλει μια ημιπερατή μεμβράνη, δημιουργώντας το χώρο κατοικίας του εγώ και βάζοντας τα όρια του κόσμου των αισθήσεων. Χωρίς αυτά τα όρια, θα συγχωνευόμαστε με την κοσμική συνειδητότητα - μόνο κύματα και καθόλου σωματίδια! Επειδή η μεμβράνη είναι διαπερατή, μπορούμε να αφήσουμε το εγώ στο σπίτι και να ταξιδέψουμε πέρα από το χώρο και το χρόνο. Αυτό οδηγεί σε ολότητα ή σε κατακερματισμό, ανάλογα με το βαθμό σταθερότητας της ψυχής. Άλλο η απελευθέρωση από ένα καλά ισορροπημένο εγώ μέσω προσευχής ή διαλογισμού, και άλλο να αγωνίζεσαι να κρατηθείς στην προσωπικότητά σου, όταν παθαίνεις νευρική κατάρρευση. Αν η μεμβράνη γίνει πορώδης, υπάρχει ανεξέλεγκτη ροή συνειδητότητας και απώλεια του εαυτού. Εξίσου επικίνδυνη είναι η εμπειρία της εισβολής ξένης ενέργειας ή οντότητας.

Στην υγεία πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ του νου που λειτουργεί σαν κλασικό Νευτώνειο όργανο σύμφωνα με τους νόμους αιτίου κι αιτιατού, και ως κβαντικό όργανο ελεύθερο από τους περιορισμούς του χωροχρόνου, και ανοιχτό σε μεταφυσικά φαινόμενα. Στις λεγόμενες πρωτόγονες κοινωνίες, χρησιμοποιούν τη δεύτερη αυτή λειτουργία για θεραπευτικούς σκοπούς, πρόγνωση, ανάκτηση της ψυχής κι απελευθέρωση του πνεύματος, μεταξύ άλλων. Γνωρίζουν ότι ο κόσμος των πνευμάτων διαπερνά τον δικό μας, και ο σαμάνος χρειάζεται επίπονη εκπαίδευση ώστε να μπορεί να περνά σε μια άλλη κατάσταση συνειδητότητας όπου μιλά με το πνεύμα, είτε ζώο, είτε φυτό, είτε άνθρωπο, μια κατάσταση εξίσου πραγματική με την καθημερινή ζωή (Castaneda, 1998).

Η ζωή σε βιομηχανοποιημένες χώρες απομακρύνει τους ανθρώπους από τέτοιες εμπειρίες. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, το πνευματιστικό κίνημα που εμφανίστηκε το 19ο αιώνα υπέστη πολλές επιθέσεις. Τα φαινόμενα έρχονταν σε αντίθεση με την κρατούσα επιστημονική κουλτούρα και δεν επιδέχονταν τις ερευνητικές μεθόδους της εποχής. Υπήρξαν ορισμένοι απατεώνες που αποκαλύφθηκαν θριαμβευτικά, και τέλος, οι πνευματικές προεκτάσεις ήταν ενοχλητικές για την Εκκλησία. Χρειάστηκε να περιμένουμε πάνω από 100 χρόνια για να βρεθούν οι κατάλληλες ερευνητικές μέθοδοι, με τη βοήθεια νέων επιστημονικών προτύπων και τολμηρών ανθρωπολογικών εργασιών (Narby, 1998).

Παρ' όλα αυτά, στη σημερινή κοινωνία υπάρχουν, όπως πάντα, θεραπευτές και μέντιουμ που αντιλαμβάνονται άλλες πραγματικότητες. Κατά κανόνα κρύβουν αυτή τους την αντίληψη από παιδιά, επειδή μαθαίνουν πως είναι επικίνδυνο να είναι διαφορετικοί. Αργότερα νιώθουν ανακούφιση ανακαλύπτοντας πως δεν είναι μόνοι. Οι ψυχίατροι έχουν τη δική τους γνώμη για ανθρώπους με τόσο ευαίσθητη αντίληψη. Εύκολα τους βαφτίζουν "οριακές περιπτώσεις" και η ευαισθησία τους θεωρείται παθολογική. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, μια και η ψυχιατρική παρεμβαίνει μόνο όταν κάτι πάει πολύ στραβά.


Tο δράμα της Ψυχής
Όταν πριν από μερικά χρόνια άρχισα να δουλεύω με θεραπευτές, είδα πως υπήρχε πράγματι μια σχέση με τις οριακές περιπτώσεις ψυχικές διαταραχής, μόνο που οι θεραπευτές δεν ήταν άρρωστοι. Είχαν μάθει πώς να συντονίζονται με τις λεπτές ενέργειες ώστε να μπορούν να βοηθούν άλλους. Μαζί τους ξεκίνησαν και οι εμπειρίες μου από άλλους χρόνους και τόπους πέρα από τα όρια των αισθήσεων. Ήταν ένας ομαδικός διαλογισμός που ξεκίνησε με καθοδηγούμενη φαντασίωση. Έπρεπε να φανταστούμε τους εαυτούς μας να περπατούν σε ένα λιβάδι μια καλοκαιρινή μέρα. Έπειτα μας ζητήθηκε να κοιτάξουμε γύρω μέχρι να δούμε κάτι που να μας ελκύει και να πάμε να το κοιτάξουμε καλά.

Βρέθηκα μπροστά σε ένα επιβλητικό και μυστηριώδες δέντρο. Έμοιαζε με τεράστια σεκόια και ορθωνόταν προς τον ουρανό. Μόλις πλησίασα τον κορμό άρχισα να ανεβαίνω γρήγορα, σαν να βρισκόμουν σε ασανσέρ. Πέρασα την κορυφή του δέντρου και ξαφνικά βρέθηκα σε μια βραχώδη προεξοχή. Αμέσως κατάλαβα τι συνέβαινε. Βρισκόμουν στην Αριζόνα στα 1848, λεγόμουν Τομ ΜακΚαν και με κυνηγούσε μια ομάδα ινδιάνων Απάτσι. Ανέβηκα στην επίπεδη κορυφή του βράχου. Άκουγα τους ινδιάνους πολεμιστές λίγο πιο κάτω και ήξερα πως σε λίγο θα με έπιαναν και θα μου έπαιρναν το σκαλπ. Έβγαλα ένα παλιό δερμάτινο πορτοφόλι από την τσέπη μου και κοίταξα για τελευταία φορά την εικόνα με τη γυναίκα και τις δύο κόρες μου. Έπειτα έβγαλα το πιστόλι μου, έβαλα την κάνη στο κεφάλι μου και πάτησα τη σκανδάλη. Δεν άκουσα ούτε ένιωσα τίποτα. Βρέθηκα να αιωρούμαι γαλήνια πάνω από το σώμα μου. Δεν είχα την αίσθηση ότι επινόησα κάτι. Η σκηνή εκτυλίχθηκε σε πραγματικό χρόνο, κι εγώ απλώς την έζησα όπως συνέβη.

Η εμπειρία ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους. Ήταν ένα δράμα ψυχής παρμένο από τα αρχέτυπα του συλλογικού υποσυνείδητου; Μήπως το θέμα της απώλειας των αγαπημένων προσώπων και της ζωής μου ανέκυψε, όπως στα όνειρα, σαν απάντηση σε ένα πρόβλημα που δεν είχα αναγνωρίσει συνειδητά; Αν ήταν έτσι, το περιεχόμενο ήταν μέρος του Εαυτού, με την έννοια του Γιουνγκ. Συνέχισα την εξερεύνηση "άλλων ζωών" με τη βοήθεια ενός συναδέλφου της σχολής του Γιουνγκ. Το θέμα της απώλειας επανερχόταν, κι εύκολα καταλάβαινα πως ήταν μέρος της ζωής μου εκείνη την εποχή. Ίσως να ήταν απλώς η προβολή των συναισθημάτων μου σε διάφορα σενάρια που επέλεγα υποσυνείδητα για το σκοπό αυτό. Ίσως οι προβολές αυτές να ήταν αποτέλεσμα του καρμικού μου φορτίου, όπως διδάσκει η Ινδουιστική και Βουδιστική πίστη.

Εδώ πρέπει να λάβουμε υπ' όψη μας τη δουλειά του καθηγητή Stevenson για τη μετενσάρκωση, όπως μελέτες εκ’ γενετής σημαδιών σε σημεία όπου ένα τραύμα είχε θέσει τέλος στην προηγούμενη ζωή. Τα παιδιά με τα οποία μίλησε είχαν ζωηρές αναμνήσεις των προηγούμενων ζωών και ορισμένα αναγνώριζαν με ακρίβεια μέλη της οικογένειας του νεκρού, χωρίς να τους έχουν γνωρίσει προηγουμένως (Stevenson, 1997).

Ένα τρίτο ενδεχόμενο είναι η σκηνή να προέρχεται από το βασίλειο των κβάντα, μέσω συμπαθητικού συντονισμού με την ψυχή του προσώπου αυτού. Καθηλώνουμε το κύμα ακριβώς στο σημείο που μας έλκει περισσότερο. Αυτό σχετίζεται και με τη συνέχεια της προσωπικής ταυτότητας, της τόσο προσφιλούς μας, πέρα από αυτόν τον κόσμο. Μήπως όταν φεύγουμε τελείως πέρα από το χωροχρόνο - το "σημείο χωρίς επιστροφή" που αναφέρεται στις επιθανάτιες εμπειρίες - ξαναμπαίνουμε στο κύμα και παραμένουμε μετέωροι σε εικονική κατάσταση μέχρι το κύμα να καθηλωθεί από μια άλλη, ανώτερη συνειδητότητα; Μήπως εδώ παρεμβαίνει ο Δημιουργός Θεός; Τότε υλοποιούμαστε ξανά, αν και μπορεί να μας περιμένουν άλλοι κόσμοι. Ο Οίκος του Πατέρα μας έχει πολλές μορφές.

Οι εξωσωματικές εμπειρίες σε άλλους χρόνους και τόπους δεν συνίστανται για ανθρώπους που δεν έχουν καλή επαφή με την πραγματικότητα. Από την άλλη, ανεξήγητα συμπτώματα, όπως οι φοβία του νερού, μπορεί να λυθούν με μία μόνο συνεδρία. Μπορούμε να επισκεφτούμε τη σκηνή του τραύματος - του πνιγμού, λόγου χάρη - και ο θεραπευτής βοηθά τον πελάτη να αφήσει το σώμα του με ανακούφιση αντί για φόβο και πόνο.


Επιρροές από άλλους κόσμους
Η πιο κοινή ψυχική διαταραχή είναι η κατάθλιψη και έχει πολλές μορφές. Μια νέα γυναίκα ήρθε να με δει επειδή δεν ένιωθε "ο εαυτός της". Είχε κλινική κατάθλιψη, με διαταραχές ύπνου και έλλειψη ενέργειας και συγκέντρωσης. Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα την είχαν βοηθήσει λίγο, αλλά ακόμη "δεν ήταν ο εαυτός της". Μου έκανε εντύπωση αυτή η φράση.

Από το ιστορικό της έμαθα ότι λίγους μήνες πριν αρχίσουν τα συμπτώματα μια φίλη της, που έμενε στο σπίτι της ασθενούς ενώ εκείνη έλειπε σε διακοπές, είχε αυτοκτονήσει εκεί. Όταν η ασθενής μου επέστρεψε, όλα είχαν τακτοποιηθεί και η κηδεία είχε ήδη γίνει.

Από ψυχολογική άποψη, αυτή η τραγωδία σίγουρα μπορεί να την είχε επηρεάσει περισσότερο απ' όσο φανταζόταν. Κι όμως, όσο προχωρούσαμε, ένιωθα πως υπήρχε κάτι το ανεξήγητο. Σκέφτηκα τη φράση "δεν είμαι ο εαυτός μου", και τη ρώτησα αν είχε την αίσθηση μιας άλλης παρουσίας όταν γύρισε σπίτι της. Απάντησε πως δεν το είχε αναφέρει για να μην την πάρω για τρελή, αλλά κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι είχε έντονη την αίσθηση ότι η φίλη της ήταν εκεί μαζί της. Δεν μπορούσε να απαλλαγεί από την αίσθηση αυτή, ήταν σχεδόν υλική.

Ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε αυτήν την πληροφορία είναι κυριολεκτικά - ότι δηλαδή το πνεύμα της φίλης της ήταν ακόμη παρόν και δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον τόπο της αυτοκτονίας. Συζητήσαμε αυτό το ενδεχόμενο και ρώτησα την ασθενή μου αν ήθελε να καλέσουμε το πνεύμα της φίλης της για να πάρουμε πληροφορίες. Η ασθενής μου ήθελε να δοκιμάσουμε, έτσι της είπα να κλείσει να μάτια, να συντονιστεί με τη φίλη της και να την αφήσει να μιλήσει μέσα από κείνη. Τα κατάφερε εύκολα, και σύντομα ξέραμε λεπτομέρειες για την αυτοκτονία.

Το πνεύμα της φίλης της λυπόταν πολύ που είχε αφαιρέσει τη ζωή της. Της εξήγησα ότι δεν θα έκανε προόδους μένοντας εδώ και ότι είχε κακή επίδραση στη φίλη της, που της είχε προσφέρει το σπίτι της. Δεν το είχε καταλάβει και ζήτησε συγγνώμη. "Μακάρι να ήξερα τότε όσα ξέρω τώρα" είπε. "Αντιμετώπιζα τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής μου, και τα έκανα θάλασσα. Νιώθω χειρότερα από πριν". Της είπα ότι σίγουρα θα είχε κι άλλες ευκαιρίες. Ανακουφίστηκε που το άκουσε και μιλήσαμε για λίγο για τις ελπίδες της για μια νέα ζωή. Έπειτα είπε πως ήταν έτοιμη να προχωρήσει. Της είπα να ψάξει για το φως (είναι το πρώτο βήμα, και συχνά το μόνο που χρειάζεται). Κοίταξε γύρω της, είπε γελαστά, "Ναι, το βλέπω!", κι έφυγε αμέσως. Η ασθενής μου αμέσως ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της και συνήλθε εντελώς.

Ήταν προβολή του εσωτερικού κόσμου της ασθενούς μου; Θα έλεγα και ναι και όχι, επειδή πιστεύω πως ο ψυχικός μας κόσμος συνδέεται στενά με τον πνευματικό κόσμο.

Το τελευταίο μου παράδειγμα αφορά μια μελέτη του συναδέλφου μου Δρ. Ike Azuonye, που με χαρά μου είδα δημοσιευμένη στο British Medical Journal (Azuonye, 1997). Το 1984, μια πρώην πλούσια γυναίκα άρχισε να ακούει μια φωνή μέσα στο κεφάλι της. Έλεγε: "Μη φοβάσαι. Ξέρω πως σε τρομάζει που με ακούς να σου μιλώ έτσι, αλλά είναι ο πιο εύκολος τρόπος. Ο φίλος μου κι εγώ δουλεύαμε στο Νοσοκομείο Παίδων της Great Ormond Street, και θέλουμε να σε βοηθήσουμε". Η κυρία κατατρόμαξε και κατέληξε στον ψυχίατρο, που διέγνωσε ψύχωση με ψευδαισθήσεις και της χορήγησε θειοριδαζίνη. Πήγε διακοπές, αλλά ενώ ήταν στο εξωτερικό οι φωνές επέστρεψαν, λέγοντάς της πως ήταν άρρωστη και χρειαζόταν αμέσως θεραπεία. Της έδωσαν μια διεύθυνση στο Λονδίνο που της ήταν άγνωστη. Όταν επέστρεψε πήγε στη διεύθυνση αυτή και βρέθηκε στο τμήμα ηλεκτρονικής τομογραφίας ενός νοσοκομείου. Οι φωνές της είπαν πως είχε όγκο στον εγκέφαλο κι έπρεπε να κάνει τομογραφία.

Η ασθενής ταράχτηκε πολύ και πήγε ξανά στον ψυχίατρο. Την εξέτασε προσεκτικά και δεν βρήκε ενδείξεις κάποιας ανωμαλίας, αλλά για να την καθησυχάσει της έκλεισε ραντεβού για τομογραφία. Έδειξε έναν όγκο, και ο νευροχειρούργος είπε ότι έπρεπε να αφαιρεθεί. Οι φωνές της είπαν ότι συμφωνούσαν απολύτως. Στο χειρουργείο αφαιρέθηκε ένας μεγάλος όγκος, ένα μηνιγγίωμα. Όταν συνήλθε από τη νάρκωση, οι φωνές της είπαν "Χαιρόμαστε που σε βοηθήσαμε. Αντίο". Δώδεκα χρόνια αργότερα, η ασθενής παραμένει υγιής. Οι φωνές δεν ξανακούστηκαν.

Ο Δρ. Azuonye αναφέρει ότι οι συνάδελφοί του διχάστηκαν. Υπήρξαν κάποιοι που πίστευαν ότι η ασθενής ήδη ήξερε τη διάγνωση και επινόησε την ιστορία αυτή, κάποιοι που πίστευαν ότι ο όγκος δημιούργησε σωματικές αισθήσεις που οδήγησαν την ασθενή υποσυνείδητα να αναζητήσει πληροφορίες για τη θεραπεία σε διάφορα νοσοκομεία, και άλλοι που αναρωτήθηκαν μήπως πράγματι δύο καλοπροαίρετοι άνθρωποι με το χάρισμα της τηλεπάθειας είχαν διαπιστώσει τον όγκο και προσπάθησαν να τη βοηθήσουν.

Μερικοί βλέπουμε και ένα ακόμη ενδεχόμενο: αυτές οι φωνές, που αποδείχθηκαν θεία έμπνευση, να προέρχονται από το χώρο των πνευμάτων. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Ένα γνωστό περιστατικό που άλλαξε το ρου της ιστορίας συνέβη πριν πολλά χρόνια στο δρόμο για τη Δαμασκό.Πηγη εδω

Σχετικά με τον συγγραφέα:
Ο δρ. Andrew Powell είναι ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής, με ιατρείο στο Λονδίνο και την Οξφόρδη. Είναι πρώην μέλος του Συμβουλίου του Επιστημονικού και Ιατρικού Δικτύου με έδρα την Αγγλία, μέλος του Θεραπευτικού Κολεγίου και ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Ειδικού Ενδιαφέροντος Πνευματικότητας και Ψυχιατρικής του Βασιλικού Κολεγίου Ψυχιατρικής της Αγγλίας.

Η Θεωρία του Χάους: Σύντομη Διαδρομή και Πνευματικά Διδάγματα


Η Θεωρία του Χάους: Σύντομη Διαδρομή και Πνευματικά Διδάγματα,Κβαντική φυσική, Μαθηματικά, Κοινωνία
Πετάμε με το αεροπλάνο, η πτήση κυλάει ομαλά, οι αεροσυνοδοί σερβίρουν ποτά στους επιβάτες, όταν ξαφνικά το αεροπλάνο αρχίζει να κλυδωνίζεται, να γέρνει μια στα δεξιά, μια στα αριστερά, οι επιβάτες να νοιώθουν σαν να πέφτουν στο κενό κι πάλι να σφίγγονται στο κάθισμά τους. Ο πιλότος αναγγέλλει πως περνάμε από ένα σημείο στροβίλων στην ατμόσφαιρα, το οποίο όμως θα ξεπεράσουμε σε λίγο, αλλά για την ασφάλειά τους οι επιβάτες παρακαλούνται να φορέσουν τις ζώνες ασφαλείας τους. Στο σημείο του αιθέρα που διασχίζει το αεροπλάνο κυριαρχεί χάος στα ατμοσφαιρικά ρεύματα, φαινόμενο φυσικό...

Σε πολλές περιπτώσεις στην καθημερινή μας ζωή ερχόμαστε αντιμέτωποι με το χάος στην επιστημονική του έννοια: ο καπνός που ανεβαίνει ομαλά στον αέρα και ξαφνικά διασκορπίζεται ραγδαία, η βρύση που στάζει κανονικά, σταγόνα με τη σταγόνα, έπειτα μια παύση, μετά δυο-δυο οι σταγόνες κοντά-κοντά, και πάλι ξανά στον αρχικό τους ρυθμό. Το ταξίδι στον αυτοκινητόδρομο με τα ανεξήγητα μποτιλιαρίσματα. Οι ανεξήγητες διακυμάνσεις των δεικτών στο χρηματιστήριο. Οι ανεξήγητες συγκυρίες που οδηγούν έθνη και λαούς σε πόλεμο ... Όλα αυτά μπορούν να εξηγηθούν μέσω της θεωρίας του χάους. Το χάος ανήκει στην καθημερινότητά μας.

Προτού όμως προχωρήσουμε στην περιγραφή της θεωρίας του χάους ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε την έννοια του. Στην αρχαιότητα το χάος αποτελούσε το πρώτο στοιχείο της κοσμογονίας, ύλη εν είδει νεφέλης και σκότους. Σήμερα συνδέουμε με το χάος πλήρη σύγχυση και αταξία. Στη φυσική το χάος συνδέεται με μη προβλεπτικότητα και έλλειψη πληροφορίας.



Ιστορική αναδρομή και εξελίξεις

Για πολύ καιρό εκεί που επικρατούσε το χάος η κλασική επιστήμη δεν είχε τρόπους εξήγησης και αντιμετώπισής του. Οι επιστήμονες ζούσαν με την άγνοια του ανεξήγητου, δηλαδή της αταξίας που κυριαρχεί στα ατμοσφαιρικά ρεύματα, στους στροβίλους της θάλασσας, ακόμη και στις διακυμάνσεις των ζωικών πληθυσμών. Η ανώμαλη, ασταθής, ασυνεχής πλευρά της φύσης προκαλούσε από παλιά αινίγματα στην επιστήμη.

Φυσική

Το 1963, ο Edward Lorenz, μετεωρολόγος στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασσαχουσέτης (ΜΙΤ), δημοσίευσε ένα πρωτοποριακό άρθρο[1] που κατέληγε στη διαπίστωση ότι " ... όσον αφορά την πρόβλεψη του καιρού σε ένα αρκετά μακρυνό μέλλον, αυτό είναι εντελώς αδύνατο ...". Ο Lorenz χρησιμοποίησε μαθηματικά μοντέλα και προσομοιώσεις της ροής μορίων στην ατμόσφαιρα για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μακρόχρονη πρόβλεψη του καιρού σε παγκόσμια κλίμακα είναι αδύνατη, λόγω του ότι το αντικείμενο, δηλαδή οι καιρικές συνθήκες, αποτελεί σύστημα αρκετά πολύπλοκο.

Όμως οι έρευνες του Lorenz έδωσαν την αφορμή για τη δημιουργία μιας έννοιας που αργότερα θα γινόταν παγκοσμίως γνωστή σαν το "φαινόμενο της πεταλούδας". Το απαλό φτερούγισμά της στο Πεκίνο αρκεί για να επιφέρει συνθήκες θύελλας στη Νέα Υόρκη λίγες μέρες αργότερα. Αρκεί δηλαδή μια μικρή παρέκκλιση στις αρχικές συνθήκες ενός πολύπλοκου συστήματος, όπως το μετεωρολογικό σύστημα, ώστε να επέλθει το "χάος".

Η μεταφορική αυτή έννοια του "φαινομένου της πεταλούδας" εκφράζει κάτι που θεωρείται χαρακτηριστικό απλών αλλά ιδιαίτερα πολυσύνθετων χαοτικών συστημάτων: την ευαίσθητη εξάρτησή τους από τις αρχικές συνθήκες. Η χαώδης συμπεριφορά συνδέεται με συστήματα "διασκεδασμού" όπως τα ονομάζουν οι φυσικοί, δηλαδή συστήματα στα οποία παρατηρούνται απώλειες λόγω τριβής, όπως για παράδειγμα η ροή του νερού μέσα σ' έναν σωλήνα ή ο δίσκος του χόκεϊ επί πάγου καθώς αυτός κινείται στην επιφάνεια του. Τέτοια συστήματα και η συμπεριφορά τους περιγράφονται μαθηματικά μέσω μη γραμμικών εξισώσεων. Τέτοιες εξισώσεις θεωρούνται όμως δύσκολες και σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι ολοκληρώσιμες, λύνονται δηλαδή μόνο αριθμητικά και με τη βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους που πολλοί φυσικοί και μαθηματικοί δεν έδιναν μέχρι πρότινος πολλή προσοχή στην περιγραφή τέτοιων φαινομένων. Χαώδη συστήματα που αφενός ακολουθούν τους νόμους της κλασικής μηχανικής, αφ' ετέρου περιγράφονται μέσω μη γραμμικών εξισώσεων, δείχνουν μια παράδοξη συμπεριφορά: είναι αιτιοκρατικά (αιτιοκρατία σημαίνει ότι ένα σύστημα κυβερνάται από τους φυσικούς νόμους κατά τέτοιον τρόπο ώστε πάντοτε η ίδια αιτία να φέρνει το ίδιο (προβλεπόμενο) αποτέλεσμα), μακροπρόθεσμα όμως τα χαρακτηρίζει η μη προβλεπτικότητα.

Βιολογία

Το 1975 ο βιολόγος Robert May δημοσίευσε στο επιστημονικό περιοδικό Nature ένα άρθρο στο οποίο οι έννοιες της θεωρίας του χάους έβρισκαν την εφαρμογή τους για την εξήγηση της αύξησης βιολογικών πληθυσμών[2]. Ο τρόπος προσέγγισης του May προκάλεσε πολλούς βιολόγους να δουν από διαφορετική σκοπιά το θέμα της αύξησης βιολογικών πληθυσμών. Μέχρι τότε εξηγούσαν τον τρόπο αύξησης, π.χ. του αριθμού των ελαφιών στα δάση ορισμένων περιοχών, με τα συνηθισμένα μαθηματικά μοντέλα, τα οποία όμως παρουσίαζαν σφάλματα που οι βιολόγοι τα απέδιδαν στις επιδράσεις μετεωρολογικών ή επιδημικών παραγόντων. Ο May όμως μπόρεσε να δείξει ότι τέτοιου είδους "σφάλματα" μπορούσαν να ενσωματωθούν στα μαθηματικά μοντέλα και να οδηγήσουν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Το συμπτωματικό γεγονός ότι ο May είχε πτυχίο και στη θεωρητική φυσική είναι χαρακτηριστικό για τον νέο τρόπο προσέγγισης που απαιτείται σήμερα όλο και περισσότερο στην έρευνα. Τα θέματα με τα οποία ασχολείται η επιστήμη σήμερα προϋποθέτουν πλατειά εκπαίδευση και ευρύ πνεύμα.

Χημεία

Την δεκαετία του '60 και '70 νέες ανακαλύψεις στη χημεία, τη θερμοδυναμική και τα μαθηματικά σηματοδότησαν μια αλλαγή σκέψης προς την κατεύθυνση της έρευνας του χάους. Όλως σημαντική ήταν η έρευνα του βέλγου φυσικού, ρώσικης καταγωγής, Ilya Prigogine, ο οποίος το 1977 τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ χημείας για την έρευνά του στον τομέα της θερμοδυναμικής της μη ισορροπίας. Σ' ένα πρόσφατό του έργο [3] ο Prigogine επισημαίνει ότι οι ιδέες του χάους, της μη αντιστροφής του χρόνου και των συστημάτων διασκεδασμού αλληλοσυνδέονται και μπορούν να οδηγήσουν σε μια νέα πιο ρεαλιστική θεώρηση του φυσικού κόσμου. Με ένα απλό παράδειγμα δείχνει ότι η αύξηση της εντροπίας δεν συνδέεται αποκλειστικά με την αταξία ενός συστήματος, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε νέες μορφές τάξης και οργάνωσης.

Μαθηματικά

Την δεκαετία του '70 ο γάλλος φυσικομαθηματικός, Benoit Mandelbrot, που δούλευε στο ερευνητικό κέντρο της εταιρίας ΙΒΜ, πρωτοπόρευσε σ' έναν τότε νέο τομέα των μαθηματικών που έγινε γνωστός ως γεωμετρία των φράκταλ. Μπορούμε να πούμε πως ο Mandelbrot και άλλοι δημιούργησαν έναν νέο τύπο γεωμετρίας που περιγράφει ακριβέστερα από την κλασική, ευκλίδεια γεωμετρία την πολυπλοκότητα που συναντάμε στη φύση (όπως είναι οι ακτογραμμές, τα σχήματα χιονονυφάδων, σύννεφων, αστραπών, θραύσεων σε μέταλλα και κρύσταλλα).

Τα πιο γνωστά φράκταλ είναι αυτά που συσχετίζονται με το σύνολο Mandelbrot, το οποίο περιγράφεται με μια επαναλαμβανόμενη τετραγωνική εξίσωση στο μιγαδικό χώρο, τύπου

Zn+1 = Zn2 + c    c, z e C

Στο σύνολο Mandelbrot περιλαμβάνονται όλες οι συναρτήσεις μιγαδικών αριθμών z που παραμένουν πεπερασμένες. Οι παρατηρήσεις μέσω υπολογιστή δείχνουν ότι στο σύνορο του συνόλου του βρίσκεται ένα περίπλοκο φράκταλ με ένα πλήθος από αναδιπλώσεις και εσωτερικές συσπειρώσεις που παρουσιάζουν αυτο-ομοιότητα.

Το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να διατυπωθεί νωρίτερα μια τέτοιου είδους γεωμετρία οφείλεται στις μέχρι τότε ανύπαρκτες υπολογιστικές ικανότητες[4].


Σημασία

Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της καινούργιας θεωρίας δηλώνουν ότι η επιστήμη του 20ού αιώνα χαρακτηρίζεται από τρείς κύριες επαναστατικές επιτεύξεις: τη θεωρία της σχετικότητας, την κβαντική μηχανική και τη θεωρία του χάους.

Αν η θεωρία της σχετικότητας έδωσε τέλος στην νευτωνική αντίληψη ενός απεριόριστου χώρου και χρόνου, και η κβαντική θεωρία έδωσε τέλος στο νευτωνικό όνειρο μιας αντικειμενικής προσέγγισης στη φύση, η θεωρία του χάους δίνει μια για πάντα τέλος στην ουτοπία του Laplace περί αιτιοκρατικής προβλεπτικότητας.

Το τέλος της βεβαιότητας

Η θεωρία του χάους οδηγεί σε μια νέα, ολιστική αντίληψη της φύσης που περιλαμβάνει φαινόμενα που αγνοούνταν ή παραβλέπονταν από την κλασική προσέγγιση. Ο Prigogine το διατυπώνει αυτό ως εξής: ''Η κλασική επιστήμη έδινε έμφαση στην ισορροπία και στη σταθερότητα. Σήμερα η προσοχή μας στρέφεται στις διάφορες μεταβολές, στην εξέλιξη, στην αστάθεια. Ακριβέστερα, στην κλασική φυσική δινόταν η αίσθηση ότι ζούσαμε σ' ένα μέλλον αντιστρέψιμο. Ο ντετερμινισμός υποσχόταν ότι γνωρίζοντας τις αρχικές συνθήκες θα ήταν σε θέση να προβλέπει κάθε μελλοντική κατάσταση. Το Σύμπαν μας όμως δεν είναι έτσι"[5].

Το τέλος του αιτιοκρατισμού (ντετερμινισμού) είχε ήδη αναγγελθεί από τους επιστήμονες που πρωτοπόρησαν στη θεμελίωση της κβαντικής θεωρίας. Πολλοί ήταν εκείνοι όμως που εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι, αν και δεν ίσχυε ο αιτιοκρατισμός στο επίπεδο μεμονωμένων ατόμων, στο σύνολό τους όμως, δηλαδή στα πλαίσια στατιστικών νόμων, αυτά συμπεριφέρονται αιτιοκρατικά. Με τη θεωρία του χάους, η πρόβλεψη της συμπεριφοράς ενός συστήματος παύει να έχει νόημα και συνεπώς δεν έχει νόημα και η έννοια του αιτιοκρατισμού. Ακόμα και στα πιο απλά συστήματα μπορεί να επικρατήσει το χάος. Αυτά θεωρούνται πολύ ευαίσθητα ως προς τις αρχικές τους συνθήκες και η συμπεριφορά τους δεν μπορεί να προβλεφθεί.

Μια για πάντα λοιπόν, το αιτιοκρατικό όνειρο του Laplace, ότι δηλαδή ο άνθρωπος θα ήταν σε θέση να προβλέψει συνθήκες στον κόσμο του μέλλοντος, έχει διαψευστεί.

Τα όρια της επιστήμης

Το τέλος του ονείρου της απεριόριστης πρόβλεψης του κόσμου δείχνει επίσης πως η επιστήμη, καθώς και η επιστημονική θεώρηση του κόσμου γενικά, φθάνει στα όριά της. Η θεωρία του χάους επισφραγίζει το γεγονός αυτό και επιπλέον ωθεί τον επιστήμονα να υιοθετήσει μια στάση "ταπεινοφροσύνης", επειδή διαπιστώνει πως με μια εξήγηση που δίνει η επιστήμη εμφανίζονται νέα αινίγματα που απαιτούν λύση. Όσο κι αν εισχωρήσει στη δομή της ύλης, διασπώντας την σε άτομα, "στοιχειώδη" σωματίδια κλπ., και ερευνώντας τις δυνάμεις που την συγκρατούν, εκείνη θα εμφανίζεται όλο πιο πολύπλοκη και μυστηριώδης.

Η θεωρία του χάους δίνει μια νέα ώθηση στην εξερεύνηση της πολυπλοκότητας και φαινομενολογικής ασάφειας που συναντάμε στη φύση. Και η έρευνά της καλεί σε κοινή προσπάθεια όλων των επιστημονικών κλάδων και στη συμμετοχή διαφόρων ειδικοτήτων. Βασικές μέθοδοι των μαθηματικών και της φυσικής βρίσκουν την εφαρμογή τους τόσο σε άλλους κλάδους, όσο και αμφίδρομα, ο τρόπος σκέψης που επικρατεί στους άλλους κλάδους εισχωρεί και επηρεάζει την έρευνα στον κλάδο των μαθηματικών και της φυσικής.

Η συνεργασία αυτή και η προσπάθεια από κοινού για τη λύση δια-κλαδικών προβλημάτων στην επιστήμη, θεωρούνται σήμερα επιτακτικές και η έλλειψή τους στο παρελθόν ήταν το αποτέλεσμα μιας αυθαίρετα απλουστευτικής αντίληψης των πραγμάτων.


Τα μειονεκτήματα μιας απλουστευτικής σκέψης

Είναι γεγονός ότι δεν μπορούμε να ερευνήσουμε το όλον μόνο με το να ερευνάμε τα μέρη που το αποτελούν. Καθώς οι επιστήμονες ανακαλύπτουν την πολυπλοκότητα που επικρατεί ακόμα και στα πιο απλά συστήματα στη φύση και την αβεβαιότητα πρόβλεψης της συμπεριφοράς τους, αρχίζουν να συνειδητοποιούν το γεγονός ότι όλο το φάσμα της φυσικής πραγματικότητας δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τις αλληλεπιδράσεις μορίων, ατόμων ή και στοιχειωδών σωματιδίων. Όπως είναι εξίσου δύσκολο κα κατανοηθεί ο βιολογικός κόσμος με βάση μόνο τη φυσική και τη χημεία.

Τι λοιπόν; Εφ' όσον δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τη φύση στο σύνολό της μέσω της επιστήμης, δεν θα ήταν σοφό να προβλέπαμε την πιθανότητα του ανεξήγητου, δηλαδή τη δράση του Θεού στη φύση; Τέτοια σκέψη όμως, όσο δικαιολογημένη και να μας φαίνεται, οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα, ότι δηλαδή ο Θεός είναι ένας θεός που υπάρχει μόνο εκεί που η σκέψη μας δεν μπορεί να εισχωρήσει ή που δεν βρίσκει άλλη δυνατότητα εξήγησης, θεός του κενού δηλαδή. Η Αγία Γραφή διδάσκει πως όσο ο Θεός υπερβαίνει τη φύση που δημιούργησε, τόσο ταυτίζεται μ' αυτήν, τόσο και συνυπάρχει μαζί της. Η θεία υπεροχή φανερώνεται ιδιαίτερα σε στιγμές που ο άνθρωπος, το δημιούργημά του, τον αρνείται, τον απομακρύνει από τη σκέψη του και κατόπιν μόνος του αναγνωρίζει την αδυναμία του και την ανικανότητά του απέναντι στο μεγαλείο πού συναντάει στη φύση.


Πνευματικά διδάγματα

Η πείρα μας διδάσκει πως η ζωή δεν κυλάει πάντοτε αρμονικά. Μερικοί προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους όσο πιο ομαλά γίνεται. Δεν επιτρέπουν στη ζωή τους να εξελιχτεί, είτε επειδή είναι μεμψίμοιροι και δεν θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους με όλες τις δυνατότητες που τους προσφέρονται, είτε επειδή φοβούνται το ρίσκο, είτε επειδή βλέπουν τη ζωή μονόπλευρα χάνοντας έτσι τις υπόλοιπες διαστάσεις της. Επιλέγουν για παράδειγμα τον ασκητισμό χάρη πνευματικών ιδανικών ή ζουν τα πάθη τους και στις απολαύσεις της ζωής για χάρη ηδονιστικών σκοπών, παραβλέποντας έτσι τις ψυχικές τους ανάγκες. Η ζωή γι' αυτούς μπορεί να κυλάει κανονικά, χωρίς πολλά απρόοπτα και χωρίς πολλές διαταράξεις.

Άλλοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες που τους παρέχει η ζωή στο ακέραιο. Γι' αυτούς ίσως η ζωή να κυλάει με διακυμάνσεις, και πολλές φορές με χαώδη τρόπο.

Ο Ιησούς υπεράνω των χαοτικών καταστάσεων

Σε όποια κατηγορία ανθρώπων και να ανήκουμε, ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί ότι στη ζωή μας δεν θα πειραματισθούμε και στιγμές χάους; Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Είναι άραγε η ζωή μας σε θέση να αντέξει στο χάος; Υπάρχει μια όμορφη περιγραφή στα Ευαγγέλια, όπου οι μαθητές κι ο Χριστός μπαίνουν σε μια βάρκα για να πάνε στην άλλη όχθη της λίμνης. Στη μέση του δρόμου συναντάνε κακοκαιρία και τα φουρτουνιασμένα νερά απειλούν να βουλιάξουν τη βάρκα. Αλλά ο Ιησούς κοιμάται. Στην απελπισία τους οι μαθητές τον ξυπνούν και του ζητούν βοήθεια. Εκείνος, στην παντοδυναμία του, αμέσως ησυχάζει τα νερά. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι εκείνος τους αποκαλεί ολιγόπιστους, γιατί; Δεν τους ονομάζει ολιγόπιστους επειδή τον κάλεσαν να βοηθήσει αλλά επειδή δεν πίστεψαν ότι εφ' όσον εκείνος βρίσκεται μαζί τους στη βάρκα, η πορεία τους - έστω και κάτω από σε συνθήκες χάους - θα είναι ασφαλής.

Οδυνηρές απλοποιήσεις

Είδαμε πιο πάνω πως είναι σοβαρό σφάλμα να ακολουθούμε μια απλουστευτική στάση, είτε με το να υπερ-απλοποιούμε και να γενικεύουμε ανεπίτρεπτα τα πράγματα, είτε με το να μη λαβαίνουμε υπόψη ότι πολλές έννοιες δεν είναι ανεξάρτητες αλλά αλληλοσυνδέονται και υπόκεινται σε αλληλεπιδράσεις. Τι μπορεί να είναι τέτοιου είδους απλοποιήσεις; Π.χ. ότι ο άνθρωπος είναι απλώς ένα όν υλικό/βιολογικό κι ότι αρκεί να έχει όλα τα υλικά είδη που επιθυμεί, χωρίς να δίνει σημασία πώς τρέφεται η ψυχή του. Έναν τρόπο υπερ-απλοποίησης τον συναντάμε συχνά στον θεολογικό τομέα. Η υπέρ-απλουστευμένη θεολογία οδηγεί σε απλοϊκή πίστη. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι κανόνες και εντολές που προτιμούνται από την αγάπη και τον σεβασμό προς τον άλλο.Πηγη εδω

Βιβλιογραφία

[1]    Edward Ν. Lorenz, Deterministic nonperiodic flow, Journal of the Atmospheric Sciences 20 (1963) 130-141
[2]    Robert Μ. May, Simple mathematical models with very cοmplicated dynamics, Nature 261 (1976) 459-467
[3]    Ilya Prigogine, Isabelle Stengers, The end of certainty: time, chaos and the new laws of nature, Free Press, New York, 1997
[4]    James G1eick, Chaos. The making of a new science, Sphere, London 1988
[5]    Ραντεβού μ' ένα Νομπέλ. Ο Ιλιά Πριγκοζίν και το χάος. Το Βήμα, 8.12.1996, σελ. 4

Το Μυστήριο των Συμπτώσεων - Ο C. Jung και η Συγχρονικότητα


Το Μυστήριο των Συμπτώσεων, Ο C. Jung και η Συγχρονικότητα, μεταφυσική, νευροεπιστήμες
Σας έχει συμβεί κάποια φορά να συναντάται συνέχεια μπροστά σας για ένα διάστημα το ίδιο αριθμό; Ή να σιγοτραγουδάτε ένα τραγούδι και ανοίγοντας το ραδιόφωνο να το ακούτε; Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι κάποια υπερφυσική αιτία, κρύβεται πίσω απ' αυτές τις συμπτώσεις. Αλλά η πλειοψηφία των σύγχρονων επιστημόνων μιλάει απλά για άγνοια των φυσικών νόμων που τις προκαλούν, μια δημιουργία γεγονότων απ' αυτά που είναι δυνατόν να συμβούν. Τίποτα το περίεργο ή μυστικιστικό ! Αντίθετα οι συμπτώσεις θεωρούνται αναπόφευκτες απ' τους στατιστικολόγους.
Για παράδειγμα, η πιθανότητα από μια τράπουλα 52 χαρτιών, να μοιραστεί μια συγκεκριμένη 13άδα χαρτιών, είναι ίση για κάθε πιθανή 13άδα. Και όλες είναι το ίδιο πιθανές ... όσο απίθανες και να μας φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Η πιθανότητα να μοιραστεί η 13άδα των 13 "καρό" είναι ακριβώς ίδια με την πιθανότητα να μοιραστεί μια οποιαδήποτε άλλη 13άδα.
Μια εκπληκτική ιστορία μας φέρνει όμως ξανά το ερώτημα για το αν υπάρχει τύχη ή όχι. Την αναφέρει ο μαθηματικός Warren Weaver, στο βιβλίο του, "Lady Luck: The Theory of Probability" ("Η κυρία Τύχη: η θεωρία των πιθανοτήτων") απ' όπου δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό "Life":
Στις 1-3-1950, και τα 15 μέλη της χορωδίας της εκκλησίας της Beatrice στη Nebraska, καθυστέρησαν στο ραντεβού που είχαν στις 7:20 για πρόβα. Όλοι είχαν κάποιο σοβαρό αλλά και συνηθισμένο λόγο να αργήσουν. Στις 7:25 η εκκλησία καταστράφηκε από έκρηξη ! Τα μέλη της χορωδίας θεώρησαν το γεγονός σαν "θεϊκή παρέμβαση". Ο Weaver υπολόγισε τις πιθανότητες να συμβεί ένα τέτοιο γεγονός μαζικής καθυστέρησης, σε μία στο εκατομμύριο. (σ.τ.μ. στην Ελλάδα θα ήταν κάτι παραπάνω από φυσιολογικό να συμβεί !!!)
Πώς λοιπόν να εξηγήσουμε τέτοιες "σκόπιμες" συμπτώσεις;
Όμως αξίζει εδώ να αναφερθεί η θεωρία του ψυχολόγου Carl Jung, ο οποίος διατύπωσε την Αρχή της "Συγχρονικότητας" που συνδέει γεγονότα, τα οποία δεν συνδέονται με κάποια φανερή σχέση αιτίας. Στο έργο του "Δομή και Δυναμική της Ψυχής", αναφέρει πώς άρχισε να παρατηρεί συμπτώσεις που προκαλούσαν ανοικτά τους υπολογισμούς των πιθανοτήτων, στη διάρκεια των ερευνών του για το Συλλογικό Ασυνείδητο.
Για παράδειγμα, καθώς μια νεαρή ασθενής του περιέγραφε ένα όνειρό της, στο οποίο της δίνονταν ένας χρυσός σκαραβαίος, ένα έντομο μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο. Όταν το έπιασε ο Jung διαπίστωσε ότι ήταν ένα σκαραβοειδές σκαθάρι, ό,τι πιο κοντινό σε χρυσό σκαραβαίο, θα μπορούσε να υπάρξει στην περιοχή, το οποίο μάλιστα δεν συνηθίζει να μπαίνει σε σκοτεινούς χώρους. Αντίθετα κινείται στο φως της ημέρας... Και μπήκε την κατάλληλη στιγμή. Ποιος άραγε προκάλεσε τη σύμπτωση: ο Jung ή η ασθενής του; Ο ψυχαναλυτής Nandor Fodor παρατήρησε πάντως ότι, η ασθενής είχε μια ήταν υπερβολικά ορθολογική συμπεριφορά που την έκανε ψυχολογικά απρόσιτη. Μετά την εμφάνιση του σκαραβαίου η συμπεριφορά της βελτιώθηκε και οι συνεδρίες έγιναν πιο αποδοτικές.
Ο Jung πίστευε ότι, το φαινόμενο της Συγχρονικότητας συνδέονταν με ψυχικές καταστάσεις που αναπτύσσονται μέσω της επιρροής των Αρχετύπων, τα οποία όριζε σαν πρότυπα (μοντέλα) έμφυτα στην ανθρώπινη ψυχή και κοινά για όλη την ανθρωπότητα. Ο Jung αναφέρει συχνά τα Αρχέτυπα, σαν "αρχέγονες εικόνες", που παρέχουν την αναπαράσταση όλων των ανθρώπινων στάσεων απέναντι στον θάνατο, τη σύγκρουση, το σεξ, τη μετενσάρκωση και τη μυστικιστική εμπειρία. Κάποιες φορές ένα αρχέτυπο ενεργοποιείται από ένα συναισθηματικά φορτισμένο γεγονός και τότε τείνει να έλκει γεγονότα παρόμοιας φύσης, ανοίγοντας δρόμο στα γεγονότα που ονομάζουμε "συμπτώσεις".
Ο Jung δέχονταν επίσης την ύπαρξη μιας "περίεργης αλληλεξάρτησης των αντικειμενικών στοιχείων μεταξύ τους, καθώς και με τις υποκειμενικές (ψυχικές) καταστάσεις του παρατηρητή". Μάλιστα εντόπισε δείγματα αυτής της αλληλεξάρτησης - που θεωρούσε άρρηκτα δεμένη με την έννοια της Συγχρονικότητας - τόσο στις ψυχιατρικές του σπουδές, όσο και στην έρευνά του πάνω στις εσωτεριστικές πρακτικές. Έτσι, θεωρούσε την κινέζικη μαντική μέθοδο του Ι Τσινγκ σαν έκφραση της Αρχής της Συγχρονικότητας. Θεωρούσε ότι αυτό που θεωρούμε εμείς - στη Δύση - σαν είναι το κύριο ενδιαφέρον της κινέζικης σκέψης ενώ αυτό που εμείς λατρεύουμε σαν αιτιότητα περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Ενώ η Δυτική σκέψη προσεκτικά ζυγιάζει, επιλέγει, ταξινομεί και απομονώνει, η Κινέζικη μια πιο ολιστική εικόνα του κόσμου, δίνοντας σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια που συνθέτει μια στιγμή. Κάθε στιγμή απαρτίζεται από όλα αυτά τα "ασήμαντα" συστατικά.
Το Μυστήριο των Συμπτώσεων, Ο C. Jung και η Συγχρονικότητα, μεταφυσική, νευροεπιστήμες
Αργότερα, ο Jung προέκτεινε την έννοια της Συγχρονικότητας και στην Αστρολογία. Όταν μάλιστα ανέφερε το ενδιαφέρον του για την Αστρολογία και την πεποίθησή του για τη μελλοντική της χρησιμότητα, με ένα γράμμα του στον Freud, ο τελευταίος αντέδρασε, κατηγορώντας τον Jung ότι είχε πέσει θύμα της "μαύρης παλίρροιας του βούρκου του αποκρυφισμού".
Μη εγκαταλείποντας τις θέσεις του ο Jung κατέγραψε στα απομνημονεύματά του, άλλο ένα συνταρακτικό συμβάν εμφάνισης Συγχρονικότητας, που μάλιστα συνέβη ενώ ήταν μαζί με το Freud: Στέκονταν μαζί δίπλα σε μια βιβλιοθήκη όταν ο Jung ένιωσε το διάφραγμά του να γίνεται σαν από σίδερο και να καίει, να πυρακτώνεται. Ταυτόχρονα ακούστηκε ένας δυνατός κρότος σαν να επρόκειτο να πέσει πάνω τους η βιβλιοθήκη.

Ο Jung βρήκε την ευκαιρία να παρουσιάσει το συμβάν σαν ένα παράδειγμα φαινομένου καταλυτικής εξωτερίκευσης. Ο Freud αντέδρασε αποκαλώντας τα αυτά, "ανοησίες". Τότε, ο Jung τον προκάλεσε, υποστηρίζοντας ότι μπορούσε να προβλέψει ότι το πολύ σε ένα λεπτό ο κρότος θα ξανακούγονταν. Πριν καν τελειώσει τα λόγια του ο κρότος ξανακούστηκε, αφήνοντας τον Freud εμβρόντητο.
Σύμμαχό του στην προσπάθεια να διατυπώσει τη θεωρία του για τη Συγχρονικότητα, ο Jung βρήκε τη κβαντική Φυσική, στα πλαίσια της οποίας είχε διατυπωθεί η θεωρία ότι έναπεδίο του χώρου μπορεί να γίνει αντικειμενικά γνωστό, μόνο με την ύπαρξη ενός παρατηρητή, ο οποίος όμως επεμβαίνει (αναγκαστικά, με την παρουσία του) στην κατάσταση του χώρου. Οι ανακαλύψεις αυτές βοήθησαν τον Jung να καταλάβει διαισθητικά ότι ύλη και συνείδηση συνδέονται με ουσιώδη τρόπο, σαν δυο συμπληρωματικές όψεις μιας ενοποιημένης πραγματικότητας.
Αλλά και πολύ πριν τον Jung, άλλοι διανοούμενοι και επιστήμονες είχαν διατυπώσει θέσεις που συνέδεαν αλληλεπιδραστικά την ύλη και τη συνείδηση. Ο ιστορικός Arthur Koestler μιλούσε για τη χωρητικότητα της ανθρώπινης ψυχής σαν "ένα κοσμικό αντηχείο". Παρόμοιες απόψεις είχαν ο Kepler και ο Pico della Mirandola. Ο Koestler γράφει επίσης στο έργο του "The Roots of Coincidence" ("Ρίζες της Σύμπτωσης") για μία "θεμελιώδη ενότητα των πραγμάτων", που υπερβαίνει τη μηχανική αιτιότητα.
Η έννοια ενός πνευματικού μικρόκοσμου που αντανακλούσε συμπαντικά πρότυπα και που ο Leibnitz αποκαλούσε "μονάδα", βασίζονταν στην ιδέα ότι το άτομο και το σύμπαν αλληλεπιδρούν εξαιτίας μιας προ-εγκαθιδρυμένης αρμονίας. Αλλά και για τον Schopenhauer, τα πάντα ήταν "αλληλοεξαρτώμενα και συγχρονισμένα με όμοιο τρόπο."
Ο Koestler έδωσε παραδείγματα ενοποίησης και αλληλεπίδρασης μέσα απ' την ίδια την εξέλιξη της επιστήμης, καθώς οι διάφοροι τομείς της φυσικής συνδυάστηκαν ή συγχωνεύτηκαν, στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα: π.χ. ο ηλεκτρισμός και μαγνητισμός συγχωνεύτηκαν στην ηλεκτρομαγνητική θεωρία, ενώ τα Η/Μ κύματα συνδέθηκαν με μια σειρά φαινομένων, όπως το φως, το χρώμα, τη θερμική ακτινοβολία και τα ερτζιανά κύματα. Η Χημεία αγκαλιάστηκε απ' την Ατομική Φυσική. Ο έλεγχος του σώματος απ' τα νεύρα και τους αδένες, συνδέθηκε με ηλεκτροχημικές διεργασίες, ενώ τα άτομα διαιρέθηκαν στα "δομικά στοιχεία" των πρωτονίων, των ηλεκτρονίων και των νετρονίων. Αργότερα, όλα αυτά τα θεμελιώδη σωματίδια, συγκεντρώθηκαν στην έννοια απλών "πακέτων συμπυκνωμένης ενέργειας".
Σήμερα, όλο και πολλοί οικολόγοι και επιστήμονες κλίνουν προς την άποψη ότι, υπάρχει μια αλληλεξάρτηση, που συνδέει τα πάντα στον κόσμο, με όμοιο τρόπο που οι αρχαίοι μιλούσαν για τη "συμπάθεια" της ζωής.
Παράλληλα στο Πανεπιστήμιο του Ώστιν στο Τέξας, ο νομπελίστας φυσικός Ilya Prigogine μελετάει τον τρόπο που χημικές και άλλου τύπου δομές αναπτύσσουν πρότυπα βγαλμένα απ' το χάος. Ο Karl Pribram, νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο του Stanford, πρότεινε τη θεωρία ότι, ο εγκέφαλος είναι ένα είδος "ολογράμματος", ένας αναλυτής μοντέλων και συχνοτήτων, που δημιουργεί την "σκληρή" πραγματικότητα, ερμηνεύοντας συχνότητες από μια διάσταση πέρα απ' το χώρο και το χρόνο. Με άλλα λόγια, ο φυσικός κόσμος που ξέρουμε είναι "ισομορφικός" - δηλαδή όμοιος - με τις διαδικασίες του εγκεφάλου.
Ίσως λοιπόν, μια συμμαχία κβαντικών φυσικών, νευρολόγων, παραψυχολόγων και μυστικιστών να μας δώσει μια νέα και διαφορετική εικόνα του σύμπαντος, μη-αιτιοκρατικού αλλά "συμπαθητικού", που λειτουργεί πιο πολύ σαν μια μεγάλη σκέψη παρά σαν μια μεγάλη μηχανή, ενοποιώντας ύλη, ενέργεια και συνείδηση.
Μόνο τότε ίσως να ελευθερωθούν τα παραφυσικά φαινόμενα απ' το στίγμα του "αποκρυφισμού" και να μην αντιμετωπίζονται σαν ενοχλητικά. Στα πλαίσια αυτά, οι αντιλήψεις μας και ο κόσμος μας θα αλλάξουν για πάντα.Πηγη εδω

Η ανάπτυξη των φιλοσοφικών ιδεών από την εποχή του Καρτέσιου σε σύγκριση με τη νέα κατάσταση στην κβαντική θεωρία


Σκέψη, Πλάτων, Ντεκαρτ, Κβαντική φυσική, Εμπειρισμός, Καντ, Γαλλική Φιλοσοφία, Γερμανική Φιλοσοφία
Στα δύο χιλιάδες χρόνια που ακολούθησαν το μεσουράνημα της ελληνικής επιστήμης και παιδείας, τον πέμπτο και τέταρτο αιώνα π.Χ., το ανθρώπινο πνεύμα απασχολήθηκε σε μεγάλο βαθμό με προβλήματα διαφορετικού είδους από εκείνα της προηγουμένης περιόδου. Τους πρώτους αιώνες της ελληνικής παιδείας η ισχυρότερη ώθηση είχε προέλθει από την άμεση πραγματικότητα του κόσμου, στον οποίο ζούμε και τον οποίο αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Η πραγματικότητα αύτη ήταν γεμάτη ζωή και δεν υπήρχε κανένας σοβαρός λόγος να τονιστεί ή διάκριση ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα ή στο σώμα και την ψυχή.

Στη φιλοσοφία όμως τού Πλάτωνα παρατηρεί κιόλας κανείς πως αρχίζει να γίνεται ισχυρότερη μία άλλη πραγματικότητα. Στην περίφημη παρομοίωση της σπηλιάς ο Πλάτωνας συγκρίνει τους ανθρώπους με φυλακισμένους, που είναι δεμένοι μέσα σε μια σπηλιά, και μπορούν να βλέπουν προς μία μόνο κατεύθυνση. Έχουν από πίσω τους μία φωτιά και βλέπουν σ’ ένα τοίχο τις σκιές τους καθώς και τις σκιές των αντικειμένων που είναι πίσω τους. Επειδή δεν βλέπουν τίποτε άλλο από τις σκιές, νομίζουν πως οι σκιές αυτές είναι πραγματικές και δεν έχουν ιδέα για τα αντικείμενα. Τελικά, ένας από τους φυλακισμένους δραπετεύει και βγαίνει από τη σπηλιά στο φως του ήλιου. Για πρώτη φορά βλέπει αληθινά πράγματα και αντιλαμβάνεται πως μέχρι τότε τον εξαπατούσαν οι σκιές. Για πρώτη φορά μαθαίνει την αλήθεια και συλλογιέται μονάχα με λύπη τη μακρόχρονη ζωή του μέσα στο σκοτάδι.


Ο αληθινός φιλόσοφος είναι ο φυλακισμένος που δραπέτευσε από τη σπηλιά στο φως της αλήθειας, είναι ο μόνος που κατέχει την πραγματική γνώση. Αυτή ή άμεση συνάφεια με την αλήθεια ή, πως μπορούμε να πούμε κατά τη χριστιανική αντίληψη, με το θεό είναι ή καινούργια πραγματικότητα, που άρχισε να γίνεται ισχυρότερη από την πραγματικότητα του κόσμου, πως τον αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Ή άμεση επαφή με το θεό γίνεται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, χι στον κόσμο, και αυτό ήταν το πρόβλημα που απασχόλησε την ανθρώπινη σκέψη περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα στα δυο χιλιάδες χρόνια μετά τον Πλάτωνα.

Αυτή την περίοδο τα μάτια των φιλοσόφων ήταν στραμμένα προς την ανθρώπινη ψυχή και στη σχέση της με το θεό, στα προβλήματα της ηθικής και στην ερμηνεία της αποκάλυψης, άλλα όχι προς τον εξωτερικό κόσμο. Μόνο την εποχή της ιταλικής Αναγέννησης παρατηρείται και πάλι μία βαθμιαία μεταβολή του ανθρώπινου πνεύματος, η οποία τελικά είχε σαν αποτέλεσμα μιαν αναγέννηση του ενδιαφέροντος για τη φύση.

Η ανάπτυξη των φιλοσοφικών ιδεών που ήταν στενά δεμένες με τις θεμελιακές έννοιες της επιστήμης είχε προηγηθεί μεν, άλλα και συνόδεψε τη μεγάλη εξέλιξη των φυσικών επιστημών που άρχισε το δέκατο έκτο καώ δέκατο έβδομο αιώνα. Γι αυτό το λόγο μπορεί να είναι ωφέλιμο να σχολιάσουμε τις ιδέες αυτές από τη θέση που τελικά έφτασε στον καιρό μας η σύγχρονη επιστήμη.

Ο πρώτος μεγάλος φιλόσοφος αυτής της νέας περιόδου της επιστήμης ήταν ο Καρτέσιος, ο οποίος έζησε στο πρώτο μισό του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Εκείνες από τις ιδέες του, που είναι οι πιο σπουδαίες για την ανάπτυξη του επιστημονικού τρόπου σκέψης, περιέχονται στο έργο του "Λόγος περί Μεθόδου". Στηριζόμενος στην αμφιβολία και το λογικό συλλογισμό προσπαθεί να βρει μία εντελώς καινούργια και, πως πιστεύει, στερεή βάση για ένα φιλοσοφικό σύστημα. Δεν δέχεται την αποκάλυψη σαν τέτοια βάση ούτε θέλει να παραδεχτεί χωρίς κριτική ό,τι αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του. Έτσι αρχίζει με τη μέθοδο του της αμφιβολίας. Ρίχνει την αμφιβολία του πάνω σ’ εκείνο για το όποιο οι αισθήσεις μας λένε για τα αποτελέσματα του συλλογισμού μας και τελικά φτάνει στην περίφημη πρόταση του: "cogito ergo sum" ("σκέπτομαι, άρα υπάρχω"). Δεν μπορώ να αμφιβάλω για την ύπαρξη μου, γιατί προκύπτει από το γεγονός πως σκέπτομαι. μετά τη θεμελίωση της ύπαρξης του Εγώ κατά τον τρόπο αυτό, προχωρεί στην απόδειξη της ύπαρξης του Θεού ουσιαστικά πάνω στις γραμμές της σχολαστικής φιλοσοφίας. Τελικά, ή ύπαρξη του κόσμου προκύπτει από το γεγονός πως ο θεός μου έδωσε μιαν ισχυρή διάθεση να πιστεύω στην ύπαρξη του κόσμου, και είναι απλώς αδύνατον να με έχει εξαπατήσει ο θεός.

Η βάση Αυτή της φιλοσοφίας του Καρτέσιου είναι ριζικά διαφορετική από εκείνη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Εδώ ή αφετηρία δεν είναι μία θεμελιακή αρχή η ουσία, αλλά η απόπειρα μιας θεμελιακής γνώσης. Και ο Καρτέσιος διαπιστώνει πως ό,τι γνωρίζουμε για το πνεύμα μας, είναι περισσότερο βέβαιο από ό,τι ξέρουμε γι' τον εξωτερικό κόσμο. "Αλλά από την αφετηρία του κιόλας με το "τρίγωνο" θεός – Κόσμος – Εγώ απλουστεύει κατά επικίνδυνο τρόπο τη βάση για πιο πέρα συλλογισμό. Ή διαίρεση ανάμεσα σε ύλη και πνεύμα, ανάμεσα σε ψυχή και σώμα, που είχε αρχίσει στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, είναι τώρα πλήρης. Ο θεός διαχωρίζεται και από το Εγώ και από τον Κόσμο. Πραγματικά, ο Θεός υψώνεται τόσο ψηλά πάνω από τον κόσμο και τους ανθρώπους, ώστε τελικά φαίνεται στη φιλοσοφία του Καρτέσιου μόνο σαν κοινό σημείο αναφοράς που αποκαθιστά τη σχέση ανάμεσα στο Εγώ και τον Κόσμο.

Ενώ ή αρχαία ελληνική φιλοσοφία προσπάθησε να βρει μία τάξη στην άπειρη ποικιλία πραγμάτων και γεγονότων ψάχνοντας για κάποια θεμελιακή ενοποιητική αρχή, ο Καρτέσιος προσπαθεί να αποκαταστήσει την τάξη με τη βοήθεια μιας θεμελιακής διαίρεσης. Αλλά τα τρία μέρη που προκύπτουν απ’ τη διαίρεση χάνουν κάτι από την ουσία τους, όταν ένα οποιοδήποτε μέρος θεωρείται χωριστά από τ’ άλλα δύο. Γι’ αυτόν που θα χρησιμοποιήσει τις θεμελιακές έννοιες του Καρτέσιου στο σύνολο τους, είναι ουσιώδες πως ο Θεός υπάρχει στον Κόσμο και στο Εγώ και ακόμα πως το Εγώ δεν μπορεί να χωριστεί πραγματικά από τον Κόσμο. Φυσικά, ο Καρτέσιος γνώριζε την αναμφισβήτητη αναγκαιότητα της σύνδεσης, αλλά στην περίοδο που ακολούθησε, η φιλοσοφία και οι φυσικές επιστήμες αναπτύχθηκαν με βάση την πολικότητα ανάμεσα στη "res cogitans" και στη "res extensa" και οι φυσικές επιστήμες συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στη "res extensa". Είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε πλήρως την επίδραση της Καρτεσιανής διαίρεσης στην ανθρώπινη σκέψη κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, αλλά αυτην ακριβώς τη διαίρεση πρέπει να επικρίνουμε αργότερα από την ανάπτυξη της Φυσικής στον καιρό μας.

Πλάτων. Η ανάπτυξη των φιλοσοφικών ιδεών από την εποχή του Καρτέσιου σε σύγκριση με τη νέα κατάσταση στην κβαντική θεωρία
Φυσικά, θα ήταν λάθος να πούμε πως ο Καρτέσιος, με την καινούργια του φιλοσοφική μέθοδο, έδωσε νέα κατεύθυνση στην ανθρώπινη σκέψη. Εκείνο που πραγματικά έκανε ήταν να διατυπώσει για πρώτη φορά μία τάση στον ανθρώπινο τρόπο σκέψης, που μπορούσε κιόλας να παρατηρηθεί στην ιταλική Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση. Υπήρχε η αναγέννηση του ενδιαφέροντος για τα μαθηματικά, η οποία προκάλεσε μία αυξανόμενη επίδραση Πλατωνικών στοιχείων στη φιλοσοφία και την εμμονή σε προσωπική θρησκεία. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα μαθηματικά ευνόησε ένα φιλοσοφικό σύστημα που ξεκίνησε από το λογικό συλλογισμό και προσπάθησε με τη μέθοδο Αυτή να φτάσει σε κάποια αλήθεια που ήταν τόσο βέβαιη όσο και ένα μαθηματικό συμπέρασμα. Η εμμονή σε προσωπική θρησκεία διαχώρισε το Εγώ και τη σχέση του με το Θεό από τον Κόσμο. Το ενδιαφέρον για το συνδυασμό εμπειρικής γνώσης και μαθηματικών, όπως παρατηρείται στο έργο του Γαλιλαίου, οφειλόταν ίσως κατά ένα μέρος στη δυνατότητα να φτάσει κανείς με τον τρόπο αυτό σε κάποια γνώση που θα μπορούσε να κρατηθεί εντελώς μακριά από τις θεολογικές διαμάχες που ξεσήκωσε ή Μεταρρύθμιση. Η εμπειρική Αυτή γνώση μπορούσε να διατυπωθεί χωρίς να μιλάει κανείς για το Θεό ή τον εαυτό του και ευνοούσε το διαχωρισμό των τριών θεμελιακών εννοιών Θεός – Κόσμος – Εγώ ή το διαχωρισμό ανάμεσα σε "res cogitans" και "res extensa".


Την περίοδο αυτή σε μερικές περιπτώσεις οι πρωτοπόροι των εμπειρικών επιστημών συμφωνούσαν σαφώς, πως στις συζητήσεις τους δεν θα έπρεπε να αναφέρεται το όνομα του Θεού ή οποιαδήποτε θεμελιακή αίτια.

Από την άλλη μεριά, ο διαχωρισμός παρουσίαζε δυσκολίες από την αρχή κιόλας. Στη διάκριση, π.χ., ανάμεσα στη "res cogitans" και τη "res extensa" ο Καρτέσιος εξαναγκάστηκε να βάλει όλα τα ζώα προς την πλευρά της "res extensa". κατά συνέπεια, τα ζώα και τα φυτά δεν διαφέρανε ουσιαστικά από τις μηχανές, η συμπεριφορά τους καθοριζόταν τελείως από υλικά αιτία. Πάντοτε όμως δυσκολευόταν κανείς να αρνηθεί τελείως την ύπαρξη κάποιου είδους ψυχής στα ζώα, και μας φαίνεται πως η παλιότερη έννοια της ψυχής, π.χ. στη φιλοσοφία του Θωμά του Άκινατη, ήταν πιο φυσική και λιγότερο παρατραβηγμένη από την Καρτεσιανή έννοια της "res cogitans", ακόμα και αν έχουμε πειστεί πως οι νόμοι της Φυσικής ή της Χημείας ισχύουν αυστηρά και στους ζωντανούς οργανισμούς. Μιά από τις μεταγενέστερες συνέπειες της άποψης αυτής του Καρτέσιου ήταν πως, αν τα ζώα θεωρούνταν απλώς μηχανές, θα ήταν δύσκολο να μη σκεφτούμε το ίδιο και για τους ανθρώπους. Επειδή, εξάλλου, η "res cogitans" και η "res externa" θεωρούνταν τελείως διαφορετικές ως προς την ουσία τους, δεν φαινόταν δυνατό πως μπορούσαν να ενεργούν η μία πάνω στην άλλη. κατά συνέπεια, για να διατηρηθεί πλήρης παραλληλισμός ανάμεσα στις εμπειρίες του πνεύματος και του σώματος, και το μυαλό επίσης στις δραστηριότητες του, καθοριζόταν τελείως από νόμους οι οποίοι αντιστοιχούσαν στους νόμους της Φυσικής και της Χημείας. Εδώ ανέκυψε το θέμα της δυνατότητας της "ελεύθερης βούλησης". Είναι φανερό πως ολόκληρη Αυτή η περιγραφή είναι κάπως τεχνητή και δείχνει τα σοβαρά ελαττώματα της Καρτεσιανής διαίρεσης.

Από την άλλη όμως μεριά, στις φυσικές επιστήμες, η διαίρεση για μερικούς αιώνες είχε εξαιρετική επιτυχία. Η μηχανική τού Νεύτωνα και όλοι οι άλλοι κλάδοι της κλασικής φυσικής οικοδομήθηκαν έχοντας σαν πρότυπο την υπόθεση, πως μπορεί κανείς να περιγράψει τον κόσμο χωρίς να μιλάει για το θεό ή τον εαυτό του. Ή δυνατότητα Αυτή γρήγορα φάνηκε σα σχεδόν αναγκαία συνθήκη για λες γενικά τις φυσικές επιστήμες.

Στο σημείο όμως αυτό ή κατάσταση άλλαξε ως ένα βαθμό με την κβαντική θεωρία και γι αυτό μπορούμε τώρα να κάνουμε μία σύγκριση τού φιλοσοφικού συστήματος τού Καρτέσιου με τη σημερινή μας κατάσταση στη σύγχρονη φυσική. Τονίσαμε και προηγουμένως πως, σύμφωνα με την- ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας από τη Σχολή της Κοπεγχάγης, μπορούμε πράγματι να προχωρήσουμε χωρίς να αναφέρουμε τους εαυτούς μας, ως άτομα, άλλα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός πως οι φυσικές επιστήμες διαμορφώθηκαν από τους ανθρώπους.

Οι φυσικές επιστήμες δεν περιγράφουν και δεν εξηγούν απλώς τη φύση· είναι μέρος από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στη φύση και τους εαυτούς μας περιγράφουν τη φύση πως Αυτή φανερώνεται στη μέθοδο των ερωτήσεων μας. αυτό ήταν μία περίπτωση που ο Καρτέσιος δεν μπορούσε να σκεφτεί, άλλα κάνει αδύνατο τον οξύ διαχωρισμό ανάμεσα στον Κόσμο και το Εγώ.

Αν κανείς ακολουθήσει τη μεγάλη δυσκολία, που ακόμα και έξοχοι επιστήμονες, σαν τον Αϊνστάιν, συνάντησαν στην κατανόηση και αποδοχή της ερμηνείας της κβαντικής θεωρίας από τη Σχολή της Κοπεγχάγης, θα βρει τις ρίζες της δυσκολίας αυτής στην Καρτεσιανή διαίρεση. Η διαίρεση Αυτή τρύπωσε βαθιά στο ανθρώπινο πνεύμα μέσα στους τρεις αιώνες που ακολούθησαν τον Καρτέσιο και θα περάσει πολύς καιρός για να αντικατασταθεί από μία πραγματικά διαφορετική στάση αντίκρυ στο πρόβλημα της πραγματικότητας.

Η θέση στην όποια οδήγησε η Καρτεσιανή διαίρεση, αναφορικά με τη "res extensa", ήταν αυτό που μπορεί κανείς να ονομάσει μεταφυσικό ρεαλισμό. Ο κόσμος, δηλαδή τα εκτεινόμενα πράγματα, "υπάρχει". Το ρεαλισμό αυτόν πρέπει να τον διακρίνουμε από τον πρακτικό ρεαλισμό και τις διάφορες μορφές ρεαλισμού που μπορούν να περιγραφούν ως εξής: "Αντικειμενοποιούμε" μία πρόταση, όταν ισχυριζόμαστε πως το περιεχόμενο της δεν εξαρτιέται από τις συνθήκες κάτω από τις όποιες μπορεί να επαληθευτεί. Ο πρακτικός ρεαλισμός παραδέχεται πως υπάρχουν προτάσεις που μπορούν να αντικειμενοποιηθούν και πως στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής μας πείρας αποτελείται από τέτοιες προτάσεις. Ο δογματικός ρεαλισμός ισχυρίζεται πως δεν υπάρχουν προτάσεις, αναφερόμενες στον υλικό κόσμο, που να μη μπορούν να αντικειμενοποιηθούν. Ο πρακτικός ρεαλισμός ήταν και θα είναι πάντοτε ουσιαστικό μέρος των φυσικών επιστημών. Ο δογματικός ρεαλισμός όμως, όπως τον βλέπουμε τώρα, δεν είναι αναγκαστική συνθήκη για τις φυσικές επιστήμες. Αλλά στο παρελθόν έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη της επιστήμης πραγματικά, ο δογματικός ρεαλισμός είναι η θέση της κλασικής φυσικής. Μόνο με την κβαντική θεωρία μάθαμε πως η ακριβής επιστήμη είναι δυνατή χωρίς τη βάση τού δογματικού ρεαλισμού. Όταν ο Αϊνστάιν επέκρινε την κβαντική θεωρία, το έκανε από τη σκοπιά του δογματικού ρεαλισμού. αυτό είναι πολύ φυσικό. Κάθε επιστήμονας που κάνει ερευνητική εργασία αισθάνεται πως ψάχνει για κάτι που είναι αντικειμενικά αληθινό. Οι προτάσεις του δεν νοούνται πως εξαρτιόνται από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορούν να επαληθευτούν. Ειδικά στη Φυσική, το γεγονός πως μπορούμε να εξηγούμε τη φύση με απλούς μαθηματικούς νόμους μας λέει ότι έχουμε συναντήσει εδώ κάποιο γνήσιο χαρακτηριστικό της πραγματικότητας και όχι κάτι που – με κάθε σημασία της λέξης – επινοήσαμε εμείς οι ίδιοι. αυτό είναι που είχε ο Αϊνστάιν στο μυαλό του, όταν πήρε το δογματικό ρεαλισμό σα βάση για τις φυσικές επιστήμες.

Η ίδια όμως η κβαντική θεωρία αποτελεί παράδειγμα για τη δυνατότητα ερμηνείας της φύσης με τη βοήθεια απλών μαθηματικών νόμων χωρίς Αυτή τη βάση. Βέβαια, οι νόμοι αυτοί μπορεί να μη φαίνονται πολύ απλοί σε σύγκριση με τη Νευτώνεια μηχανική. Αλλά κρίνοντας από τα φοβερά πολύπλοκα φαινόμενα, που πρέπει να ερμηνευτούν (π.χ. τα γραμμικά φάσματα των ατόμων με μεγάλο ατομικό αριθμό), η μαθηματική μορφή της κβαντικής θεωρίας είναι συγκριτικά απλή. Η φυσική επιστήμη είναι πράγματι δυνατή χωρίς τη βάση του δογματικού ρεαλισμού.

Κβαντική φυσική - σκέψη. Η ανάπτυξη των φιλοσοφικών ιδεών από την εποχή του Καρτέσιου σε σύγκριση με τη νέα κατάσταση στην κβαντική θεωρίαΌ μεταφυσικός ρεαλισμός πάει ένα βήμα πιο πέρα από το δογματικό ρεαλισμό λέγοντας πως "Τα πράγματα αληθινά υπάρχουν". αυτό είναι ακριβώς εκείνο που ο Καρτέσιος προσπάθησε να αποδείξει με το επιχείρημα ότι "Ό Θεός δεν μπορεί να μας έχει εξαπατήσει". Ή πρόταση, πως τα πράγματα υπάρχουν στ’ αλήθεια, διαφέρει από την πρόταση του δογματικού ρεαλισμού μόνο στο ότι εδώ χρησιμοποιείται η λέξη "υπάρχω", πράγμα που εννοεί επίσης και ή άλλη πρόταση "cogito ergo sum" … "Σκέπτομαι, άρα υπάρχω". Αλλά είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοείται σε αυτό το σημείο, που δεν περιέχεται ακόμη στη θέση του δογματικού ρεαλισμού· και αυτό μας οδηγεί σε μία γενική κριτική της πρότασης "cogito ergo sum", που ο Καρτέσιος θεώρησε σαν τη στερεή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να κτίσει το σύστημα του. Είναι πράγματι αλήθεια πως η πρόταση Αυτή έχει την βεβαιότητα μαθηματικού συμπεράσματος, αν οι λέξεις "cogito" και "sum" οριστούν με το συνηθισμένο τρόπο η, για να το τοποθετήσουμε πιο προσεχτικά και ταυτόχρονα πιο κριτικά, αν οι λέξεις οριστούν κατά τρόπο που να προκύπτει η πρόταση. αυτό όμως δεν μας λέει τίποτα για το ως που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις έννοιες "σκέπτεσθαι" και "είναι" για να βρούμε τον δρόμο μας. Τελικά, κατά γενική έννοια, είναι πάντοτε θέμα πείρας το ως πού μπορούν να εφαρμοστούν οι αντιλήψεις μας.

Η δυσκολία τού μεταφυσικού ρεαλισμού έγινε γρήγορα αισθητή μετά τον Καρτέσιο και στάθηκε η αφετηρία για την εμπειριστική φιλοσοφία, την αισθησιοκρατία και το θετικισμό.

Οι τρεις φιλόσοφοι που μπορούν να θεωρηθούν αντιπρόσωποι της πρώιμης εμπειριστικής φιλοσοφίας είναι οι Λοκ, Μπέρκλευ και Χιούμ. Ο Λοκ ισχυρίζεται, αντίθετα με τον Καρτέσιο, πως όλη η γνώση βασίζεται τελικά στην εμπειρία. Η εμπειρία Αυτή μπορεί να είναι αίσθηση ή αντίληψη της λειτουργίας του μυαλού μας. Η γνώση, όπως δηλώνει ο Λοκ, είναι η αντίληψη της συμφωνίας ή διαφωνίας δύο ιδεών. Ο Μπέρκλευ έκανε το επόμενο βήμα. Αν πραγματικά όλη μας η γνώση προέρχεται από την αντίληψη, δεν έχει καθόλου νόημα ή πρόταση πώς τα πράγματα όντως υπάρχουν γιατί αν είναι δοσμένη ή αντίληψη, ίσως να μην ενδιαφέρει το αν τα πράγματα υπάρχουν ή δεν υπάρχουν. κατά συνέπεια, το να είμαστε αντιληπτοί είναι ταυτόσημο με την ύπαρξη. Αυτή η γραμμή επιχειρηματολογίας επεκτάθηκε κατόπιν σε άκρο σκεπτικισμό από τον Χιουμ, ο οποίος αρνιόταν τη λογική επαγωγή και τη σχέση ανάμεσα στο αίτιο και το αποτέλεσμα και με τον τρόπο αυτό έφτανε σε ένα συμπέρασμα που, αν το πάρουμε στα σοβαρά, θα μπορούσε να καταστρέψει τη βάση κάθε εμπειρικής επιστήμης.

Η επίκριση του μεταφυσικού ρεαλισμού, η οποία εκφράστηκε στην εμπειριστική φιλοσοφία, δικαιώνεται βέβαια στο βαθμό που αποτελεί προειδοποίηση ενάντια την απλοϊκή χρήση τού όρου "ύπαρξη". Οι θετικές προτάσεις αυτής της φιλοσοφίας μπορούν να επικριθούν πάνω στην ίδια βάση. Πρώτα – πρώτα, οι αντιλήψεις μας δεν είναι δέσμιες από χρώματα ή ήχους· ό,τι αντιλαμβανόμαστε έχει γίνει κιόλας αντιληπτό σαν κάποιο πράγμα, εδώ πρέπει να τονίσουμε τη λέξη "πράγμα", και για το λόγο αυτό είναι αμφίβολο αν κερδίζουμε τίποτα παίρνοντας τις αντιλήψεις αντί για τα πράγματα σαν τα έσχατα στοιχεία της πραγματικότητας.

Ο σύγχρονος θετικισμός αναγνώρισε καθαρά τη δυσκολία πού κρυβόταν από κάτω. Αυτή η γραμμή σκέψης εκφράζει μία επίκριση ενάντια στην απλοϊκή χρήση ορισμένων όρων, όπως "πράγμα", "αντίληψη", "ύπαρξη" με το γενικό αξίωμα, πως το ζήτημα, αν μία δοσμένη πρόταση έχει καθόλου νόημα, θα έπρεπε πάντοτε να εξετάζεται στην εντέλεια και με κριτική διάθεση. Το αξίωμα αυτό και η συγκαλυμμένη του στάση πηγάζουν από τη μαθηματική λογική. Η πορεία των φυσικών επιστημών εικονίζεται σαν προσάρτηση συμβόλων στα φαινόμενα. Τα σύμβολα μπορούν, όπως στα μαθηματικά, να συνδυάζονται σύμφωνα με ορισμένους κανόνες και μ’ αυτό τον τρόπο προτάσεις για τα φαινόμενα μπορούν να παρασταίνονται με συνδυασμούς συμβόλων. Παρόλα αυτά, ένας συνδυασμός συμβόλων που δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες δεν είναι λαθεμένος, άλλα δεν περιέχει κανένα νόημα.

Η φανερή δυσκολία στο επιχείρημα αυτό είναι ή έλλειψη οποιουδήποτε γενικού κριτηρίου για το πότε μία πρόταση πρέπει να θεωρείται χωρίς νόημα. Μία οριστική απόφαση είναι δυνατή μόνον όταν η πρόταση ανήκει σε ένα κλειστό σύστημα εννοιών και αξιωμάτων, πράγμα που στην εξέλιξη των φυσικών επιστημών θα αποτελεί εξαίρεση περισσότερο παρά κανόνα. Σε μερικές περιπτώσεις η εικασία, πως κάποια πρόταση είναι χωρίς νόημα, οδήγησε ιστορικά σε σπουδαία πρόοδο, γιατί άνοιξε το δρόμο προς τη θεμελίωση νέων σχέσεων, που θα ήταν αδύνατη αν η πρόταση είχε ένα νόημα. Ένα παράδειγμα στην κβαντική θεωρία, που έχει κιόλας συζητηθεί, είναι η πρόταση: "Σε ποια τροχιά κινείται το ηλεκτρόνιο γύρω από τον πυρήνα; ". Γενικά όμως το θετικιστικό σχήμα που πάρθηκε από τη μαθηματική λογική είναι πολύ στενό για την περιγραφή της φύσης, η οποία χρησιμοποιεί αναγκαστικά λέξεις και έννοιες, που έχουν οριστεί με ασάφεια μόνο.

εμπειρισμός Λοκ, Μπέρκλευ, Χιούμ
Η φιλοσοφική θέση πως όλη η γνώση βασίζεται τελικά στην εμπειρία οδήγησε στο τέλος σε ένα αξίωμα που αφορά τη λογική διευκρίνηση κάθε πρότασης για τη φύση. Ένα τέτοιο αξίωμα μπορεί να ήτανε δικαιολογημένο στην περίοδο της κλασικής φυσικής, άλλα από την εποχή της κβαντικής θεωρίας μάθαμε πως δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Οι λέξεις "θέση" και "ταχύτητα" ενός ηλεκτρονίου, για παράδειγμα, φαίνονταν τέλεια καθορισμένες και ως προς τη σημασία τους και ως προς τις δυνατές τους σχέσεις, και πράγματι ήσαν έννοιες καθαρά προσδιορισμένες μέσα στα μαθηματικά πλαίσια της Νευτώνειας μηχανικής. Στην πραγματικότητα όμως δεν ήσαν καλά καθορισμένες, όπως φαίνεται από τις σχέσεις απροσδιοριστίας. Μπορεί κανείς να πει ότι, αναφορικά με τη θέση τους στη Νευτώνεια μηχανική, ήσαν καλά προσδιορισμένες, αλλά σε σχέση με τη φύση δεν ήσαν. Τούτο αποδείχνει πως δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε προκαταβολικά ποιους περιορισμούς ως προς το εφαρμόσιμο ορισμένων αντιλήψεων θα βάλει η εξάπλωση της γνώσης μας στα απόμακρα μέρη της φύσης, στα οποία μπορούμε να εισχωρήσουμε μόνο με τα πιο λεπτεπίλεπτα εργαλεία. Γι αυτό, στη διαδικασία της διείσδυσης δεσμευόμαστε μερικές φορές να χρησιμοποιήσουμε τις αντιλήψεις μας κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται και που δεν έχει κανένα νόημα. Η επιμονή στο αξίωμα της πλήρους λογικής διευκρίνισης θα έκανε την επιστήμη αδύνατη. Εδώ η σύγχρονη φυσική μας υπενθυμίζει την παλιά σοφή παροιμία, πως εκείνος που επιμένει να μην ξεστομίσει ποτέ ένα λάθος πρέπει να μένει αμίλητος.

Ο Καντ, που ήταν ο θεμελιωτής του γερμανικού ιδεαλισμού, προσπάθησε στη φιλοσοφία του να συνδυάσει αυτές τις δυο γραμμές σκέψης που άρχισαν με τον Καρτέσιο, από τη μια μεριά, και τους Λοκ και Μπέρκλεϋ, από την άλλη. Το μέρος εκείνο τού έργου του, που είναι σημαντικό σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της σύγχρονης φυσικής, περιέχεται στην "Κριτική τού Καθαρού Λόγου". Τον απασχολεί το πρόβλημα αν η γνώση βασίζεται μονάχα στην εμπειρία ή μπορεί να προέρχεται και από άλλες πηγές και φθάνει στο συμπέρασμα πως η γνώση μας είναι κατά ένα μέρος "a priori" και δεν συνάγεται επαγωγικά από την εμπειρία. Κατά συνέπεια, κάνει διάκριση ανάμεσα στην "εμπειρική" γνώση και τη γνώση που είναι "a priori". Ταυτόχρονα, κάνει διάκριση ανάμεσα σε "αναλυτικές" και "συνθετικές" προτάσεις. Οι αναλυτικές προτάσεις προκύπτουν απλώς από τη λογική και ή άρνηση τους θα οδηγούσε σε αυτοαντίφαση. Προτάσεις που δεν είναι "αναλυτικές" ονομάζονται "συνθετικές".

Ποιο είναι, σύμφωνα με τον Καντ, το κριτήριο για τη γνώση "a priori" ; Ο Καντ συμφωνεί πως κάθε γνώση αρχίζει με την εμπειρία, αλλά προσθέτει ότι δεν προέρχεται πάντοτε από την εμπειρία. Είναι αλήθεια, πως η εμπειρία μας διδάσκει ότι ένα πράγμα έχει αυτές ή εκείνες τις ιδιότητες, αλλά δεν μας διδάσκει πως δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό. Κατά συνέπεια, εάν μία πρόταση είναι μαζί σκέψη και αναγκαιότητα, πρέπει να είναι "a priori". Ή εμπειρία δεν δίνει ποτέ στις κρίσεις της πλήρη γενικότητα. Π.χ., η πρόταση " Ό ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί" σημαίνει πως δεν γνωρίζουμε να υπάρχει καμιά εξαίρεση αυτού του κανόνα στο παρελθόν και ότι περιμένουμε πως θα ισχύει στο μέλλον. Μπορούμε όμως να φανταστούμε εξαιρέσεις στον κανόνα. Αν μία κρίση διατυπώνεται με πλήρη γενικότητα, κατά συνέπεια, αν είναι αδύνατο να φανταστούμε οποιαδήποτε εξαίρεση, πρέπει να είναι "a priori". Μία αναλυτική κρίση είναι πάντοτε «a priori» ακόμα κι αv ένα παιδί μαθαίνει αριθμητική παίζοντας βώλους δεν χρειάζεται αργότερα να ξαναγυρίσει στην έμπειρα για να ξέρει πως "δύο και δύο κάνουν τέσσερα". ‘Από την άλλη μεριά, η εμπειρική γνώση είναι συνθετική. Είναι όμως δυνατές οι a priori συνθετικές κρίσεις; Ο Καντ προσπαθεί να το αποδείξει δίνοντας παραδείγματα, στα οποία φαίνονται να εκπληρώνονται τα παραπάνω κριτήρια. Ό χώρος και ο χρόνος είναι, λέει, a priori μορφές καθαρής εποπτείας.

Στην περίπτωση του χώρου προβάλλει τα ακόλουθα μεταφυσικά επιχειρήματα:

1. Ο χώρος δεν είναι εμπειρική έννοια απομονωμένη από άλλες εμπειρίες, γιατί όταν οι αισθήσεις αναφέρονται σε κάτι εξωτερικό προϋποτίθεται ο χώρος και οι εξωτερικές εμπειρίες είναι δυνατές μονάχα με την παράσταση του χώρου.

2. Ο χώρος είναι αναγκαία a priori παράσταση, που αποτελεί υπόβαθρο κάθε εξωτερικής αντίληψης· γιατί

δεν μπορούμε να φανταστούμε πως δεν υπάρχει χώρος, αν και μπορούμε να φανταστούμε πως δεν υπάρχει τίποτα στο χώρο.

3. Ο χώρος δεν είναι ανεξάρτητη ή γενική έννοια των σχέσεων των πραγμάτων γενικά, γιατί υπάρχει μονάχα ένας χώρος, του οποίου ό,τι ονομάζουμε "χώρους" είναι μέρη, όχι παραδείγματα.

4. Ο χώρος παρουσιάζεται άπειρος ως προς το μέγεθος, που περιέχει έλα τα μέρη του χώρου, η σχέση αυτή είναι διαφορετική από τη σχέση μιας έννοιας και των παραδειγμάτων της και κατά συνέπεια ο χώρος δεν είναι έννοια αλλά μορφή εποπτείας.

Δεν θα συζητήσουμε εδώ αυτά τα επιχειρήματα. Τα αναφέραμε απλώς σαν παραδείγματα για το γενικό τύπο απόδειξης, που είχε στο μυαλό του ο Καντ, για τις a priori συνθετικές κρίσεις.

Αναφορικά με τη Φυσική ο Καντ πήρε σαν a priori, εκτός από το χώρο και το χρόνο, το νόμο αιτιότητας και την έννοια της ουσίας. Σ’ ένα μεταγενέστερο στάδιο του έργου του προσπάθησε να συμπεριλάβει το νόμο διατήρησης της ύλης, την ισότητα των "actio και reactio" ("δράση και αντίδραση"), ακόμα και το νόμο της βαρύτητας. Κανένας φυσικός δεν θάθελε να ακολουθήσει εδώ τον Καντ, αν ο όρος "a priori" χρησιμοποιηθεί με την απόλυτη έννοια που του έδωσε ο Καντ. Στα μαθηματικά ο Καντ θεώρησε την Ευκλείδεια Γεωμετρία "a priori".

Ιμμάνοευλ Καντ
Προτού συγκρίνουμε τις δοξασίες αυτές του Καντ με τα συμπεράσματα της σύγχρονης φυσικής πρέπει να αναφέρουμε ένα άλλο μέρος του έργου του, στο οποίο θα χρειαστεί να αναφερθούμε αργότερα. Το δυσάρεστο ερώτημα του αν "τα πράγματα όντως υπάρχουν", που γέννησε την εμπειριστική φιλοσοφία, παρατηρήθηκε επίσης και στο σύστημα του Καντ. Ο Καντ όμως δεν ακολούθησε τη γραμμή των Μπέρκλεϋ και Χιούμ, αν και αυτό θα ήταν λογικά συνεπές, θεωρούσε πως η ιδέα του "πράγματος καθαυτό" ήταν διαφορετική από το αντικείμενο της παρατήρησης και μ’ αυτό τον τρόπο διατήρησε κάποια σύνδεση με το ρεαλισμό.

Καθώς ερχόμαστε τώρα στη σύγκριση των δοξασιών του Καντ με τη σύγχρονη φυσική, φαίνεται από την πρώτη στιγμή σα να έχουν εκμηδενίσει πλήρως οι ανακαλύψεις του αιώνα μας την κεντρική του έννοια για τις "a priori συνθετικές κρίσεις". Ή θεωρία της σχετικότητας άλλαξε τις απόψεις μας για το χώρο και χρόνο, έχει πραγματικά αποκαλύψει εντελώς νέα χαρακτηριστικά του χώρου και χρόνου, για τα οποία τίποτα δεν παρατηρείται στις Καντιανές a priori μορφές καθαρής εποπτείας. Ο νόμος της αιτιότητας δεν εφαρμόζεται πια στην κβαντική θεωρία και ο νόμος διατήρησης της ύλης δεν αληθεύει πια για τα στοιχειώδη σωμάτια. Είναι φανερό πως ο Καντ δεν μπορούσε να προβλέψει τις νέες ανακαλύψεις, άλλα μια και είχε πειστεί πως οι έννοιες του θα ήσαν "ή βάση οποιασδήποτε μελλοντικής μεταφυσικής που μπορεί να ονομάζεται επιστήμη", είναι ενδιαφέρον να δούμε που ήσαν λαθεμένα τα επιχειρήματα του.

Σαν παράδειγμα παίρνουμε το νόμο της αιτιότητας. Ο Καντ λέει πως, όποτε παρατηρούμε ένα γεγονός, υποθέτουμε ότι υπάρχει ένα προηγούμενο γεγονός από το οποίο πρέπει να προκύπτει σύμφωνα με κάποιο κανόνα. Αυτό αποτελεί, όπως δηλώνει ο Καντ, τη βάση κάθε επιστημονικού έργου. Στη συζήτηση αυτή δεν έχει σημασία το αν μπορούμε ή όχι να βρούμε πάντοτε το προηγούμενο γεγονός, από το οποίο προέκυψε το άλλο. Στην πραγματικότητα μπορούμε να το βρούμε σε πολλές περιπτώσεις. Αλλά ακόμα και αν δεν μπορούμε, δεν μας εμποδίζει τίποτα να ρωτήσουμε ποιο θα μπορούσε να ήταν το προηγούμενο αυτό γεγονός και να ψάξουμε να το βρούμε. Κατά συνέπεια, ό νόμος της αιτιότητας ανάγεται στη μέθοδο επιστημονικής έρευνας· είναι ή απαραίτητη προϋπόθεση για την επιστήμη. Επειδή στην πραγματικότητα εφαρμόζουμε τη μέθοδο αυτή, ο νόμος της αιτιότητας είναι "a priori" και δεν παράγεται από την εμπειρία.

Αληθεύει αυτό στην ατομική φυσική; Ας θεωρήσουμε ένα άτομο ραδίου, που μπορεί να εκπέμψει ένα σωμάτιο α. Ο χρόνος εκπομπής του σωματίου α δεν μπορεί να προβλεφτεί. Μπορούμε μόνο να πούμε πως κατά μέσον όρο η εκπομπή θα γίνει σε δύο χιλιάδες χρόνια περίπου. Κατά συνέπεια, όταν παρατηρούμε την εκπομπή δεν ψάχνουμε στην πραγματικότητα για ένα προηγούμενο γεγονός, από το οποίο πρέπει να προκύπτει η εκπομπή σύμφωνα με ένα κανόνα. Λογικά θα ήταν τελείως δυνατό να ψάξουμε για ένα τέτοιο προηγούμενο γεγονός και δεν χρειάζεται να αποθαρρυνθούμε από το ότι μέχρι τώρα δεν το βρήκε κανένας. Γιατί όμως άλλαξε πράγματι η επιστημονική μέθοδος από την εποχή του Καντ σ’ αυτό το πολύ θεμελιακό ζήτημα;

Στο ερώτημα τούτο μπορούν να δοθούν δυο μόνον απαντήσεις. Η μία είναι: ‘Έχουμε πειστεί από την εμπειρία πως οι νόμοι της κβαντικής θεωρίας είναι σωστοί και, αν είναι, ξέρουμε πως δεν μπορεί να βρεθεί ένα προηγούμενο γεγονός σαν αίτιο για την εκπομπή σε δοσμένο χρόνο. Η άλλη απάντηση είναι: Γνωρίζουμε το προηγούμενο γεγονός, αλλά όχι με μεγάλη ακρίβεια. Γνωρίζουμε τις δυνάμεις στον ατομικό πυρήνα, που είναι υπεύθυνες για την εκπομπή του σωματίου α. Ή γνώση όμως αυτή περιέχει την αβεβαιότητα, ή οποία προέκυψε οπό την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον πυρήνα και τον υπόλοιπο κόσμο. Αν θέλαμε να μάθουμε γιατί το σωμάτιο α εκπέμφθηκε εκείνη ειδικά τη στιγμή, θα έπρεπε να γνωρίζουμε τη μικροσκοπική δομή ολόκληρου του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων και των εαυτών μας, και αυτό είναι αδύνατο. Κατά συνέπεια, δεν εφαρμόζονται πια τα επιχειρήματα του Καντ για τον a priori χαρακτήρα του νόμου της αιτιότητας.

Μία παρόμοια συζήτηση θα μπορούσαμε να κάνουμε και για τον a priori χαρακτήρα του χώρου και χρόνου σαν μορφών εποπτείας. Το συμπέρασμα θα ήταν το ίδιο. Οι a priori έννοιες, τις όποιες ο Καντ θεώρησε σαν αναμφισβήτητη αλήθεια, δεν περιέχονται πια στο επιστημονικό σύστημα της σύγχρονης φυσικής.

Παρόλα αυτά αποτελούν ουσιαστικό μέρος του συστήματος αυτού κατά μια κάπως διαφορετική έννοια. Στη συζήτηση για την ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας από τη Σχολή της Κοπεγχάγης τονίστηκε ιδιαίτερα, πως χρησιμοποιούμε τις κλασικές έννοιες για να περιγράφουμε τις πειραματικές συσκευές και, πιο γενικά, για να περιγράφουμε εκείνο το μέρος του κόσμου, το όποιο δεν ανήκει στο αντικείμενο του πειράματος. Η χρήση αυτών των εννοιών, μαζί με τις έννοιες του χώρου, χρόνου και αιτιότητας, αποτελεί πράγματι την προϋπόθεση για την παρατήρηση των ατομικών περιστατικών και είναι, μ’ αυτή την έννοια της λέξης, "a priori". Εκείνο που ο Καντ δεν είχε προβλέψει ήταν πως αυτές οι a priori έννοιες μπορούν να είναι προϋποθέσεις για την επιστήμη και ταυτόχρονα να έχουν μόνο περιορισμένη περιοχή ως προς το εφαρμόσιμο τους. ‘Όταν κάνουμε ένα πείραμα πρέπει να υποθέτουμε μια αιτιακή αλυσίδα γεγονότων, που οδηγεί από το ατομικό γεγονός, με τη βοήθεια της συσκευής, τελικά στο μάτι του παρατηρητή, εάν δεν υποθέταμε αυτή την αιτιακή αλυσίδα, δεν θα γνωρίζαμε τίποτα για το ατομικό γεγονός. Πρέπει ακόμα να θυμόμαστε πως η κλασική φυσική και η αιτιότητα έχουν περιορισμένη μόνο περιοχή ως προς το εφαρμόσιμο τους. Ο Καντ δεν μπορούσε να προβλέψει το θεμελιακό παράδοξο της κβαντικής θεωρίας. Η σύγχρονη φυσική άλλαξε τη δήλωση του Καντ, για τη δυνατότητα συνθετικών κρίσεων a priori, από μεταφυσική σε πραχτική. M’ αυτό τον τρόπο οι a priori συνθετικές κρίσεις έχουν το χαρακτήρα σχετικής αλήθειας.

Αν κανείς ξαναερμηνεύσει μ’ αυτό τον τρόπο το Καντιανό "a priori", δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσει σα δοσμένες τις αντιλήψεις περισσότερο από τα πράγματα. ‘Όπως ακριβώς και στην κλασική φυσική, μπορούμε να μιλάμε για τα γεγονότα που δεν παρατηρούνται με τον ίδιο τρόπο που μιλάμε και για τα γεγονότα που πράγματι παρατηρούνται. Κατά συνέπεια, ό πραχτικός ρεαλισμός είναι φυσικό μέρος της επανερμηνείας.

κβαντική φυσική, σκέψη, αντίληψη, Καντ
Θεωρώντας το Καντιανό "πράγμα καθαυτό" ο Καντ υπόδειξε πως δεν μπορούμε να συμπεράνουμε τίποτα από την αντίληψη για το "πράγμα καθαυτό". Η πρόταση αυτή έχει, όπως παρατήρησε ο Βαϊτσέκερ, το τυπικό της ανάλογο στο γεγονός πως, παρά τη χρήση των κλασικών εννοιών σε όλα τα πειράματα, είναι δυνατή μια μη κλασική συμπεριφορά των ατομικών αντικειμένων. Το "πράγμα καθαυτό" είναι, τελικά, για τον ατομικό φυσικό, αν χρησιμοποιήσει καθόλου αυτή την έννοια, μια μαθηματική δομή· η δομή όμως αυτή συνάγεται — αντίθετα με τον Καντ — έμμεσα από την εμπειρία.

Σ’ αυτή την επανερμηνεία το Καντιανό "a priori" συνδέεται έμμεσα με την εμπειρία, στο βαθμό που διαμορφώθηκε με την ανάπτυξη του ανθρώπινου μυαλού σ’ ένα πολύ μακρινό παρελθόν.

Ακολουθώντας το επιχείρημα αυτό ο βιολόγος Λόρεντς παρομοίασε κάποτε τις "a priori" έννοιες με μορφές συμπεριφοράς, οι οποίες στα ζώα ονομάζονται "κληρονομικά ή έμφυτα σχήματα". Είνα
πραγματικά πολύ εύλογο, πως για ορισμένα πρωτόγονα ζώα ο χώρος και ο χρόνος είναι διαφορετικοί απ’ αυτό που ο Καντ ονομάζει "καθαρή εποπτεία" μας του χώρου και χρόνου. Το τελευταίο, δηλ. ή καθαρή εποπτεία, μπορεί να ανήκει στο είδος "άνθρωπος", όχι όμως και στον κόσμο ανεξάρτητα άπό ανθρώπους. ‘Αλλά μπαίνουμε ίσως σε πολύ υποθετικές συζητήσεις ακολουθώντας το βιολογικό αυτό σχόλιο για το "a priori". To αναφέραμε εδώ απλώς σαν παράδειγμα για το πως είναι δυνατόν να ερμηνευτεί ο όρος "σχετική αλήθεια" σε συνδυασμό με το Καντιανό "a priori".

Χρησιμοποιήσαμε εδώ τη σύγχρονη φυσική σαν παράδειγμα ή, μπορούμε να πούμε, σαν υπόδειγμα έλεγχου των συμπερασμάτων μερικών σημαντικών φιλοσοφικών συστημάτων του παρελθόντος, για τα οποία, φυσικά, υπήρχε ή γνώμη πως ίσχυαν σε πολύ πιο πλατύ πεδίο. Αυτά που μάθαμε, ειδικά από τη συζήτηση των φιλοσοφιών του Καρτέσιου και του Καντ, μπορούν ίσως να διατυπωθούν με τον ακόλουθο τρόπο:

Οι έννοιες και οι λέξεις, που διαμορφώθηκαν στο παρελθόν από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον κόσμο και τον εαυτό μας, δεν έχουν στην πραγματικότητα οριστεί με αυστηρή ακρίβεια αναφορικά με τη σημασία τους, σα να λέμε, δεν ξέρουμε ακριβώς πόσο θα μας βοηθήσουν να βρούμε το δρόμο μας μέσα στον κόσμο. Συχνά ξέρουμε πως μπορούν να εφαρμοστούν σε μια πλατειά περιοχή της εσωτερικής ή εξωτερικής εμπειρίας μας, πραχτικά όμως δεν θα μάθουμε ποτέ με ακρίβεια τα όρια του εφαρμόσιμου τους. Αυτό είναι αλήθεια ακόμα και για τις πιο άπλες και πιο γενικές έννοιες όπως ή "ύπαρξη", ο "χώρος" και ό "χρόνος". Κατά συνέπεια, δεν θα μπορέσουμε ποτέ με την καθαρή λογική να φτάσουμε σε μιαν απόλυτη αλήθεια.

Παρόλα αυτά, οι έννοιες μπορούν να οριστούν με ακρίβεια ως προς τις σχέσεις τους. Αυτό είναι πράγματι γεγονός, όταν οι έννοιες γίνουν μέρος ενός συστήματος αξιωμάτων και ορισμών, το οποίο μπορεί να εκφραστεί με συνέπεια από ένα μαθηματικό σχήμα. Μια τέτοια ομάδα συσχετιζόμενων εννοιών μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα πλατύ πεδίο εμπειρίας και θα μας βοηθήσει να βρούμε το δρόμο μας σ’ αυτό το πεδίο. Τα όρια όμως του εφαρμοσίμου της δεν θα είναι γενικώς γνωστά, τουλάχιστον όχι πλήρως.

‘Ακόμη και αν αντιλαμβανόμαστε πως η σημασία μιας έννοιας δεν ορίζεται ποτέ με απόλυτη ακρίβεια, μερικές έννοιες αποτελούν ένα ακέραιο μέρος επιστημονικών μεθόδων, επειδή αντιπροσωπεύουν προς το παρόν το τελικό αποτέλεσμα της εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης στο παρελθόν, ακόμη και στο πολύ μακρινό παρελθόν μπορεί ακόμα να είναι κληρονομικές και να αποτελούν σε κάθε περίπτωση τα απαραίτητα εργαλεία για τη διεξαγωγή επιστημονικής δουλειάς στην εποχή μας. M’ αυτή την έννοια μπορούν να ναι πραχτικά a priori. Στο μέλλον όμως μπορεί να βρεθούν και άλλοι περιορισμοί ως προς το εφαρμόσιμο τους.Πηγη εδω

Η δύναμη των ασθενών δεσμών

Η δύναμη των ασθενών δεσμών

Κοινωνικά δίκτυα - Η δύναμη των ασθενών δεσμών.
Η βασική ιδέα πίσω από τη διάχυση της καινοτομίας είναι ότι οι πληροφορίες και οι επιρροές τείνουν να εξαπλώνονται μέσω στενών, ισχυρών συνδέσεων. Αν μπορούμε να επηρεάσουμε ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, αυτό συμβαίνει επειδή εκμεταλλευόμαστε μια σειρά ισχυρών δεσμών.
Ενώ αυτή η δομή είναι καλή αν θέλουμε να επηρεάσουμε τους πάντες μέσα στην ομάδα μας, ακόμη δε και να ενισχύσουμε τη δική μας συμπεριφορά μέσω βρόχων ανατροφοδότησης, είναι πολύ κακή αν επιθυμούμε να επηρεάσουμε άτομα έξω από την ομάδα.
Ο κοινωνιολόγος Mark Granovetter ήταν ένας από τους πρώτους που αναγνώρισαν αυτή τη διαφορά. Άλλοι ερευνητές απέρριπταν τους «ασθενείς δεσμούς» και τις περιστασιακές γνωριμίες ως άσχετες με την εξάπλωση της πληροφορίας. Ο Granovetter, όμως, υποστήριξε ότι αυτοί οι ασθενείς δεσμοί συχνά λειτουργούν ως γέφυρες από μία ομάδα σε κάποια άλλη, και επομένως παίζουν σημαντικό ρόλο.
Οι ισχυροί δεσμοί μπορεί να συνδέουν τα άτομα σε ομάδες, αλλά οι ασθενείς δεσμοί συνδέουν τις ομάδες μεταξύ τους στην ευρύτερη κοινωνία και είναι πολύ κρίσιμοι για τη μετάδοση πληροφοριών σχετικά με τη σημασία των αποχωρητηρίων, τη διαθεσιμότητα καλών δασκάλων πιάνου, τις πολύτιμες μελέτες άλλων εφευρετών και πολλά άλλα.
Ο Granovetter χρησιμοποίησε μια απλή οικονομική μελέτη για να αποδείξει τη θεωρία του. Επικοινώνησε με πολλούς εργαζομένους σε τεχνικές και διοικητικές θέσεις έξω από τη Βοστόνη οι οποίοι πρόσφατα είχαν βοηθηθεί από κάποια προσωπική τους επαφή στο να προσληφθούν σε νέα δουλειά, θέτοντας τους ένα απλό ερώτημα: «Πριν αλλάξετε δουλειά, πόσο συχνά βλέπατε το άτομο που σας βοήθησε στο να βρείτε την καινούργια δουλειά σας;». Μόνο το 17% απάντησε «συχνά», ενώ το 55% «περιστασιακά» και το υπόλοιπο 28% «σπάνια». Οι περισσότεροι εργαζόμενοι βρήκαν δουλειά μέσω παλιών φίλων, παλιών συναδέλφων ή προηγούμενων εργοδοτών. Η επαφή με το συγκεκριμένο άτομο ήταν σποραδική, ενώ ελάχιστοι είχαν περάσει χρόνο μαζί του εκτός δουλειάς. Σύμφωνα με τον Granovetter, «Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτοί οι δεσμοί δεν ήταν ποτέ πολύ ισχυροί εξαρχής… Επανενεργοποιήθηκαν λόγω τυχαίων συναντήσεων ή κοινών φίλων. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι άνθρωποι λαμβάνουν σημαντικές πληροφορίες από άτομα των οποίων την ύπαρξη έχουν ξεχάσει».
Με άλλα λόγια, οι περισσότεροι συμμετέχοντες είχαν βρει τη δουλειά τους χάρη σε (σχεδόν) ξένους —μακρινούς φίλους ή φίλους φίλων, οι οποίοι προσέφεραν πληροφορίες για κάποια δουλειά στον υποψήφιο. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι βρίσκουν δουλειά με τον ίδιο εν πολλοίς τρόπο που βρίσκουν ερωτικούς συντρόφους —ψάχνοντας στο κοινωνικό τους δίκτυο, πέρα από τους άμεσους δεσμούς τους.
Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι συχνά βασίζονται σε χαλαρούς δεσμούς για να αναζητήσουν χρήσιμες πληροφορίες μέσα σε μεγάλα δίκτυα, όπως έδειξε η μελέτη του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αναφέρθηκε στο Κεφάλαιο Ι. Οι άνθρωποι συχνά βασίζονται σε κοινωνικά μακρινούς φίλους για να επιτύχουν τον στόχο τους.
Καθώς οι πληροφορίες ρέουν ελεύθερα μέσα σε κάθε στενό κύκλο φίλων, είναι πιθανόν όλοι να ξέρουν λίγο-πολύ όσα γνωρίζουν και οι στενοί φίλοι τους. Αν όμως απομακρυνθείτε λίγο στον κοινωνικό χώρο, υπάρχει λιγότερη αλληλοεπικάλυψη εμπειριών και πληροφοριών.
Μπορεί να εμπιστευόμαστε λιγότερο τα άτομα που είναι μακριά από εμάς στον κοινωνικό χώρο, ωστόσο οι πληροφορίες και οι επαφές που διαθέτουν μπορούν να έχουν μεγαλύτερη αξία, καθώς εμείς δεν έχουμε απευθείας πρόσβαση σε αυτές.
Aυτοί που λειτουργούν ως γέφυρες μεταξύ ομάδων αποκτούν κεντρική θέση στο όλο δίκτυο, και έτσι έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποκομίσουν οικονομικά ή άλλου είδους οφέλη.Πηγη εδω
Προσαρμογή από το βιβλίο «Nicholas A. Christakis, Md, Phd και James H. Fowler, Phd, Συνδεδεμένοι: Η Εκπληκτική Δύναμη Των Κοινωνικών Δικτύων Και Πώς Αυτά Διαμορφώνουν Τη Ζωή Μας, Εκδόσεις Κάτοπτρο»