3.11.16

Πολιτική εξουσία και ψυχολογία ΤΟΥ FRANZ NEUMANN

Η πολιτική εξουσία είναι μια ακαθόριστη έννοια. Εμπεριέχει δύο ριζικά διαφορετικές σχέσεις: έλεγχο της φύσης κι έλεγχο του ανθρώπου. Η εξουσία πάνω στη φύση είναι απλώς διανοητική εξουσία. Έγκειται στην ανθρώπινη κατανόηση των νόμων της εξωτερικής φύσης με τελικό στόχο την καθυπόταξη της εξωτερικής φύσης στις ανθρώπινες ανάγκες. Η συσσωρευμένη γνώση είναι η βάση της παραγωγικότητας κάθε δεδομένης κοινωνίας. Αυτή η εξουσία είναι ανίσχυρη. Δεν συνεπάγεται τον έλεγχο άλλων ανθρώπων.
Η πολιτική εξουσία είναι κοινωνική εξουσία που εδράζεται στο κράτος. Εμπεριέχει τον έλεγχο άλλων ανθρώπων με στόχο να επηρεάσει τη συμπεριφορά του κράτους, τις νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές ενέργειές του. Εφόσον πολιτική εξουσία είναι ο έλεγχος άλλων ανθρώπων, η πολιτική εξουσία (σε αντιδιαστολή με την εξουσία πάνω στην εξωτερική φύση) είναι πάντοτε αμφίπλευρη σχέση. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα κομμάτι εξωτερικής φύσης∙ είναι ένας οργανισμός προικισμένος με Λόγο, αν και συχνά δεν είναι σε θέση, ή εμποδίζεται, να δράσει ορθολογικά. Άρα, όσοι ασκούν πολιτική εξουσία αναγκάζονται να δημιουργήσουν συγκινησιακές και ορθολογικές αντιδράσεις στους υπεξούσιους, παρακινώντας τους να αποδεχτούν, σιωπηρά ή ρητά, τις εντολές των κυρίαρχων. Η αποτυχία να προκληθούν συγκινησιακές ή πνευματικές αντιδράσεις στον υπεξούσιο αναγκάζει τον κυρίαρχο να καταφύγει στην ωμή βία και τελικά στην εξόντωση.

Ο αμφίπλευρος χαρακτήρας της πολιτικής εξουσίας διαχωρίζει αυτόματα την πολιτική επιστήμη από τη φυσική επιστήμη. Γίνεται αδύνατο (έστω κι αν είναι επιθυμητό) να υπολογιστούν οι σχέσεις εξουσίας όπως κάποιος υπολογίζει τη συμπεριφορά της εξωτερικής φύσης. Οι παραλλαγές των σχέσεων εξουσίας είναι αναρίθμητες. Μπορεί κάποιος να τις ταξινομήσει και να τις περιγράψει, αλλά δεν μπορεί να τις υπολογίσει.
Η πολιτική εξουσία δεν είναι συγκρίσιμη με την κατηγορία της ενέργειας στη φυσική επιστήμη. Ούτε η εξουσία είναι η μόνη κατηγορία της πολιτικής επιστήμης. Πολιτική δεν είναι απλώς η τέχνη να φτάνεις σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα ανεξαρτήτως του τι και πώς. Η τάση να εξομοιώνεται η πολιτική με την πολιτική της ισχύος ανατρέχει στον Μακιαβέλλι και φαίνεται να έχει γίνει το βασικό χαρακτηριστικό της αμερικανικής και, ενδεχομένως, της μοντέρνας πολιτικής επιστήμης εν γένει. Η πολιτική αντιμετωπίζεται ως μια καθαρά τεχνική υπόθεση. Οι «αξίες» (ο όρος χρησιμοποιείται μόνον προσωρινά) είναι τότε σκέτες προσωπικές προτιμήσεις∙ έγκυρες εάν λειτουργούν, άκυρες εάν αποτυγχάνουν. Σε αυτή την περίπτωση, η ιστορία είναι σχεδόν άνευ νοήματος.  Είναι μία αδιάφορη επανάληψη του αέναου αγώνα των «εντός ομάδων» με τους «εκτός ομάδων». Ανάγεται έτσι σε σκέτη χρονολόγηση, σε ένα αρχείο των επεξηγηματικών υλικών για τις αποκαλούμενες υποθέσεις εργασίας ή, ορθότερα, καθορίζεται απ’ ό,τι ο Μακιαβέλλι αποκαλούσε fortuna, την τύχη όσων συμμετέχουν στον αγώνα.
Η θεωρητική βάση αυτής της προσέγγισης στην πολιτική και στην πολιτική επιστήμη είναι συνήθως ψυχολογική, όπως το είχε ήδη εξηγήσει ο Μακιαβέλλι. Οι άνθρωποι παραμένουν ίδιοι καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Έχουν σταθερά χαρακτηριστικά και όλοι, ή σχεδόν όλοι, είναι εφοδιασμένοι με «ορμή για ισχύ», με μια ανεξέλεγκτη και ανορθολογική ενόρμηση για εξουσία. Με βάση αυτό το επιχείρημα έπονται κάποιες εύκολες, ημιαληθείς γενικεύσεις, όπως η περίφημη δήλωση του Λόρδου Άκτον: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».
Αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ψυχολογία της εξουσίας δεν έχει θέση στην πολιτική επιστήμη. Η σημασία της είναι μεγάλη αλλά όχι και αποφασιστική. Η συνεισφορά της είναι διττή. Οδηγεί, κατά πρώτον, στην παραδοχή ότι οι οπτιμιστικές θεωρίες για την ανθρώπινη φύση είναι μονόπλευρες και άρα ψευδείς. Ο άνθρωπος, παρ’ ότι είναι προικισμένος με Λόγο, συχνά δεν γνωρίζει –ή δεν του δίνεται η ευκαιρία να μάθει– ποια είναι τα αληθινά συμφέροντά του. Αυτή η εκ νέου ανακάλυψη αρχαίων αληθειών είναι το κατ’ εξοχήν πλεονέκτημα της υλιστικής ψυχολογίας του Φρόυντ. Κατά δεύτερον, οι ψυχολογικές τεχνικές μάς δίνουν τη δυνατότητα να περιγράψουμε με συγκεκριμένους και πειστικούς όρους τις δομές της προσωπικότητας που είναι περισσότερο δεκτικές στην άσκηση ή στην αποδοχή της εξουσίας. Ωστόσο, η ψυχολογία δεν μπορεί να υπερβεί τη συγκεκριμένη κατάσταση και την περιγραφή. Δεν μπορεί να παρέχει μια θεωρία της πολιτικής εξουσίας. Η δράση του κάθε ανθρώπου είναι το αποτέλεσμα του περιβάλλοντος μα και η έκφραση μιας προσωπικής δομής. Πράγματι, η ίδια η προσωπικότητα καθορίζεται ιστορικά. Για τον ψυχολόγο, το περιβάλλον είναι μόνον ένα «ερέθισμα» για την ατομική δράση. Για τον πολιτικό επιστήμονα, είναι ένα στοιχείο στη συνολική διευθέτηση της πολιτικής εξουσίας.
Εξ άλλου, ο τρέχων προσανατολισμός της ψυχολογίας τείνει να την καταστήσει απλή τεχνική για τη διακυβέρνηση, τη διατήρηση και την ενίσχυση εξουσιαστικών σχέσεων, ένα εργαλείο χειραγώγησης των μαζών από την ελίτ.
Η απόρριψη της ψυχολογικής προσέγγισης συνεπάγεται στη θετική της πλευρά την έποψη ότι η πολιτική (και άρα η ιστορία) δεν είναι μόνον ένας αγώνας ομάδων ισχύος για την εξουσία, αλλά μια προσπάθεια να διαπλαστεί ο κόσμος σύμφωνα με την εικόνα που έχει κανείς γι’ αυτόν, να αποτυπώσει την εικόνα του πάνω στον κόσμο. Η ιστορική διαδικασία έχει ένα νόημα.  Αρχικά, μπορούμε να δεχτούμε το παραδοσιακό, προθετικιστικό θεώρημα ότι η πολιτική είναι αγώνας ιδεών μα και ισχύος.
Από το βιβλίο, Franz Neumann, Εισαγωγή στη μελέτη της πολιτικής εξουσίας, μτφρ.-επίμετρο: Γιώργος Μερτίκας, που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις κουκκίδα​

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget