7.2.12

Η ιστορια του ραδιοφωνου-5


Αρχίζω την αποσπασματική δημοσίευση της Ιστορίας της Ραδιοφωνίας στο Διαδίκτυο, που με τον τίτλο «Ω, Άγιε Αθέρα και σεις φτερωτές Αύρες» (στίχος απ’ τον «Προμηθέα» του Αισχύλου, που μας δημιουργεί την υπόνοια πως ο αρχαίος ποιητής μάντευε τις μαγικές ιδιότητες των ρευμάτων της ατμόσφαιρας) έχω ξεκινήσει να γράφω από το 1988 και που ένα μεγάλο μέρος της δημοσιεύθηκε σε 216 εβδομαδιαίες συνέχειες στο περιοδικό «Ραδιοτηλεόραση».

Αρχίζω την ανάρτησή της εργασίας μου αυτής στο blog, την περίοδο ακριβώς που η κρατική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση γιορτάζει τα 70 χρόνια της ανάληψης της ραδιοφωνικής υπόθεσης από το κράτος (καθεστώς Μεταξά) το 1938. Όπως είναι φυσικό η εργασία μου λεηλατήθηκε για την περίπτωση από τους "γιορταστές" επιτήδειους , αφού βρήκαν υλικό έτοιμο και άκοπα το σφετερίστηκαν χωρίς κανείς να αναφέρει την πηγή του. Ασυνείδητοι άρπαγες κοπιαστικής εργασίας και πολύχρονου μόχθου.

Βέβαια η ραδιοφωνική ιστορία έχει βαθύτερο παρελθόν απ’ την έναρξη του ’38 κι αυτό είναι που μια ιστορική έρευνα έχει χρέος πρωτίστως να αναδείξει. Η δημοσίευση ωστόσο αρχίζει από χρόνους μεταγενέστερους, για λόγους της αναρτησιακής διαδικασίας και βαθμιαία θα ανατρέχουμε στις προηγούμενες φάσεις ως τα στοιχεία των πρώτων ραδιοφωνικών νύξεων. Θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω και τον πρόλογο που προσανατολίζει σχετικά τον αναγνώστη.

Πρόλογος

Όταν το 1988 αποδέχθηκα την πρόταση της Λήδας Κροντηρά - Νασούφη να γράψω την ιστορία της Ραδιοφωνίας δεν υπήρχε κανένα στοιχείο και καμία πηγή. Προσφέρονταν βέβαια πολλοί απ’ τους παλαιούς να αφηγηθούν και να εξιστορήσουν αλλά, όπως αποδείχθηκε οι συνεντεύξεις τους είχαν ως επί τω πλείστον, χροιά υποκειμενική, άφηναν κενά περιείχαν αντιφάσεις και συχνά, ως προς τα πρόσωπα και τα γεγονότα, συγκρούονταν με τα πραγματικά στοιχεία που η προσωπική μου αναζήτησε εξασφάλιζε από πηγές αναμφισβήτητες. Υπήρχαν επίσης δυο ολιγοσέλιδα βιβλιαράκια μικρού σχήματος, που οι δυο συγγραφείς τους, τεχνικός ο ένας και δημοσιογράφος ο άλλος, επιχείρησαν να καταγράψουν ο καθένας εν συντομία, αυτά που θεωρούσαν πως άξιζαν να διατηρηθούν. Παρά την ανεπάρκειά τους ωστόσο τα δυό αυτά έντυπα μου χρησίμευσαν για την διαδικασία των διασταυρώσεων και αναφέρονται όπου χρησιμοποιήθηκαν. Υπήρχε επίσης και ένα αφιέρωμα της επίτομης έκδοσης του Ράδιο Καραγιάννη με τίτλο ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ – ΤΗΛΕΟΡΑΣΙΣ που περιείχε μερικές βασικές πληροφορίες για τα πρώτα σκιρτήματα της Ραδιοφωνίας. Ωστόσο και τα τρία αυτά έντυπα δεν βρίσκονταν σε πρώτη ζήτηση. Έπρεπε κι αυτά να ανακαλυφθούν. Η ύπαρξή τους μου έγινε γνωστή κατά τη διάρκεια των αναζητήσεών μου.

Πρέπει εδώ να τονίσω, υπογραμμίζοντας το μάλιστα, πως η κρατική Ραδιοφωνία δεν διατηρούσε κανένα, μα κανένα απολύτως αρχείο.Με τον καημό να γραφτεί η ιστορία της Ραδιοφωνίας, που και ο πατέρας της και η μητέρα της αλλά και η ίδια έπαιξαν πρωτεύοντες ρόλους, η Λήδα Κροντηρά έκανε μια αθλοθέτηση στην Ακαδημία Αθηνών στη μνήμη του Κώστα Κροντηρά (την συμβολή του στη ραδιοφωνική εποποιία την εξιστορούν οι σελίδες που ακολουθούν) για να ενθαρρυνθεί κάποιος να καταπιαστεί με το θέμα. Αυτό αποδεικνύει πως στους ανθρώπους του ραδιοφώνου η έλλειψη ενός χρονικού της ραδιοφωνικής πορείας και των ανθρώπων που την διεξήγαγαν, ήταν αισθητή. Όταν τον Απρίλιο του 1988 ο Στρατής Καρράς, διευθυντής τότε της Ραδιοφωνίας, με κάλεσε και μου ζήτησε να επιμεληθώ μια σειρά επετειακών εκπομπών για τα 50 χρόνια του ραδιοφώνου, η Λήδα Κροντηρά, η «Μπούλη» της «Ωρας του παιδιού» των παλαιών ημερών, μου μίλησε για το έπαθλο της Ακαδημίας και με παρότρυνε να καταγίνω με τον άθλο . Προσανατολισμένος τότε σ’ άλλες κατευθύνσεις απέκρουσα στην αρχή την πρόκληση. Όσο προχωρούσε όμως η προετοιμασία των εκπομπών, όσο με συνέπαιρνε η νοσταλγία των πρώτων ραδιοφωνικών καιρών, όσο ξεδιπλωνόταν η χάρτα της περιπετειώδους εποποιίας των ερτζιανών και με διαπότιζε η συγκίνηση των παλαιών ραδιοφωνανθρώπων που καλούσα στο στούντιο, η ιδέα της ραδιοφωνικής ιστορίας άρχισε να με ενδιαφέρει. Και την αποδέχθηκα.

Δεν ήξερα όμως σε ποιόν κυκεώνα έμπαινα. Δεν το είχε φανταστεί ούτε η αθλοθέτρια. Οι υποδείξεις της, όταν με προέτρεπε να αναλάβω το έργο ήταν πως οι πέντε – δέκα παλαίμαχοι θα μου διηγούνταν και εγώ θα κατέγραφα και θα τα έβαζα σε μια τάξη, σε μια στρωτή διατύπωση κι αυτό θα ήταν όλο. Ούτε στην αρχή θεώρησα το εγχείρημα τόσο εύκολο αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσα να διανοηθώ πως θα είχε τόσο βάθος και τόση διακλάδωση. Οι πτυχές της ιστορίας έκρυβαν άγνωστα περιστατικά που εκτείνονταν σε μεγάλο βάθος χρόνου. Η αφετηρία αποκαλύφθηκε πως βρισκόταν πολύ μακρύτερα από εκεί όλοι θεωρούσαμε ως αρχή της Ραδιοφωνίας. Αποκαλύπτονταν επίσης φάσεις σημαντικές της ραδιοφωνικής πορείας ενώ υπήρχαν άλλες υπερβολικά υπερτιμημένες. Κανένας δεν ήξερε το παραμικρό για τον Σταθμό του Πειραιά, για τον Σταθμό της ΕΟΝ, για τον γερμανικό Κολιμπρί στην Κατοχή, για το ολιγόζωο Αθηναϊκό Πρόγραμμα, για τον Σταθμό του Πανεπιστημίου, για τον Κοντογεωργίου στο Βόλο και τις δικές του προσπάθειες, ούτε για τον Σταθμό στα Χανιά. Για το ραδιοφωνικό Σταθμό του Δημοκρατικού Στρατού, τη «Φωνή της Ελεύθερης Ελλάδας» πολύ λίγα ήταν γνωστά ενώ για τους Σταθμούς των Ενόπλων Δυνάμεων κανένας δεν τους αγνοούσε, φυσικά, ελάχιστοι όμως γνώριζαν λεπτομέρειες γι αυτούς, τις ανάγκες και τις διαδικασίες που τους γέννησαν.Η «ανασκαφική σκαπάνη» έφερε σε φως και πολλά άγνωστα απ’ την επίσημη ιστορία του κρατικού ραδιοφωνικού δικτύου.

Από το 1988 μέχρι σήμερα, χωρίς καμιά υπερβολή, συγκεντρώνω υλικό, στοιχεία, πληροφορίες φωτογραφίες. Σ’ όλο αυτό το διάστημα η έρευνα δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ. Είχε βέβαια εξάρσεις και υφέσεις και κατά διαστήματα χρησιμοποίησα και βοηθούς, αλλά η προσήλωσή μου στο θέμα της ραδιοφωνίας ήταν συνεχής. Διάβασα προσεκτικά μέρα με την ημέρα πάνω από εκατό τόμους εφημερίδων και συναντήθηκα με άλλους τόσους ανθρώπους που με τον ένα η τον άλλο τρόπο είχαν συνδεθεί με το ραδιοφωνικό χρονικό. Τα άρθρα που δημοσίευσα σχετικά στον «Ταχυδρόμο», στην «Ελευθεροτυπία» ,στην «Καθημερινή» και στον «Επίλογο» οι εκπομπές στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ και κυρίως τα δημοσιευόμενα στη «Ραδιοτηλεόραση» επί πέντε χρόνια ανελλιπώς κάθε εβδομάδα μου άνοιξαν πόρτες. Πολλοί ήταν αυτοί που προθυμοποιήθηκαν και έσπευσαν να προσθέσουν λεπτομέρειες η να διασκευάσουν και να σκαλίσουν τη μνήμη και τα συρτάρια τους. Τη μεγάλη βοήθεια ωστόσο μου την πρόσφερε η Εθνική Βιβλιοθήκη. Παρά τις οργανωτικές δυσχέρειες και το απηρχηωμένο σύστημα λειτουργίας της η «Βαλιάνειος» στάθηκε η βασική μου πηγή. Στα σώματα των εφημερίδων ολόκληρου του αιώνα η έρευνά μου έσερνε το δάχτυλο στις αράδες των περασμένων ημερών από χρόνο σε χρόνο.

Αφυπνίσθηκε παράλληλα και ένα στοιχείο υποκειμενικής εμπειρίας σε όλα τα ραδιοφωνικά διατρέξαντα, αφού υπήρχε σ’ όλο το διάστημα μια προσωπική μου συμμετοχή. Απ’ αυτή την άποψη μπορώ να σημειώσω πως η αναμόχλευση της ραδιοφωνικής περιπέτειας έχει και ένα βιωματικό στοιχείο που ενισχύει σε πολλά της αξιοπιστία των πηγών. Έζησα ο ίδιος και συμμετείχα με πολλές και διάφορες ευκαιρίες στη ραδιοφωνική εμπειρία απ’ την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της κρατικής ραδιοφωνίας, ακροατής μαγεμένος, οχτάχρονος, του μαγικού κουτιού και αργότερα συνεργάτης σε διάφορες περιόδους. Πρέπει ακόμα να σημειώσω την ευτυχή συγκυρία να προλάβω τρεις κορυφαίους πρωταγωνιστές της ραδιοφωνικής μας εποποιίας. Εκτός απ’ τον Γιάννη Σιάσκα, που τον είχα για μεγάλο διάστημα συνοδοιπόρο και σύμβουλο, ευτύχησα να συναντηθώ και να συνομιλήσω με τον Γιάννη Βουλπιώτη και τον Ηρακλή Πετμεζά και να έχω τις μαρτυρίες τους αυθεντικά και άμεσα. Περί των τριών αυτών προσώπων στις σελίδες που ακολουθούν.

Αυτήν την προσπάθεια της τεκμηρίωσης της ραδιοφωνικής ιστορίας πολύ την διευκόλυνε ο Δημήτρης Σαπρανίδης, ερευνητής και ο ίδιος, που ως διευθυντής της «Ραδιοτηλεόρασης», την «στέγασε» κατανοώντας τη σημασία της. ‘Όταν ο Σαπρανίδης αντικαταστάθηκε πρυτάνευσαν άλλες επιλογές και η δημοσίευση της έρευνας για την ιστορία της ελληνικής ραδιοφωνίας διακόπηκε. Αν ο αναγνώστης θέλει να εντοπίσει το πρόσωπο που είχε την ευθύνη δεν έχει παρά να σημειώσει το όνομα της Μπέλας Μηλοπούλου , του τότε προσωπάρχη της ΕΡΤ Πολυχρονόπουλου, πολιτευτή του κυβερνόντος τότε κόμματος, αλλά κυρίως του εκπροσώπου των εργαζομένων στην ΕΣΗΕΑ, που αποφάσιζε για ποιών από τους συμβασιούχους θ’ ανανεώνονταν οι συμβάσεις με γνώμονα τα κομματικά τους συμφέροντα. Έτσι η έρευνα διακόπηκε από τις σκοπιμότητες του κομματικού συνδικαλισμού.Ωστόσο παρά τις μικρότητες και τις εμπάθειες, τα μίση τα πάθη, τις διαβολές και τις συκοφαντίες, επί διακόσιες δέκα εξ εβδομάδες η ιστορία της Ραδιοφωνίας, δημοσιευόταν στο περιοδικό της ΕΡΤ χωρίς διακοπή και μ’ αυτόν τον τρόπο στοιχειοθετήθηκε η εργασία που κρατάτε στα χέρια σας.Το μεγαλύτερο μέρος του παρόντος τόμου και των όσων ραδιοφωνικών διαδραματίσθηκαν μέχρι το 1950 περιλαμβάνεται στις 216 συνέχειες της «Ραδιοτηλεόρασης». Σ’ όλο αυτό το διάστημα προέκυπταν στοιχεία που ενίσχυαν η διαφοροποιούσαν τα εξιστορούμενα. Όλα τα νεότερα έχουν προστεθεί στις σελίδες που ακολουθούν και το χρονικό είναι τώρα πια εγκυρότερο από οποιαδήποτε μορφή του έχει προηγηθεί. Η πενταετία 1950 – 1955 και τα όσα γεγονότα την στοιχειοθετούν, δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.Σε όσων οι ραδιοφωνικές καρδιές σκιρτούν σήμερα στις αναμνήσεις των καιρών εκείνων, όλοι «κατάγονται» απ’ την κοινή πατρίδα των ραδιοφωνικών θαλάμων του Ζαππείου, του κτηρίου της πλατείας Ρηγίλλης , του κτηρίου της οδού Ζαλοκώστα και του οικήματος της Σολής Χωροφυλακής της οδού Μεσογείων. Θυμάται, συγκινείται και αφηγείται η γενιά που στην δεκαπενταετία 1940 – 1955 μαγεύτηκε από την ραδιοφωνική σαγήνη είτε μπροστά στο φωτισμένο καντράν μιας συσκευής, είτε σ’ ένα μικρόφωνο σε κάποιο στούντιο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η
Π Ρ Ο Ϊ Σ Τ Ο Ρ Ι Α
Τ Η Σ
ΡΑ Δ Ι Ο Φ Ω Ν Ι Α Σ
ΤΟ "ΣΗΜΕΡΑ" ΩΣ ΣΗΜΕΙΟΝ ΟΡΑΣΕΩΣΣήμερα, που ζούμε σ' έναν ορυμαγδό εκπομπών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών και σε μια ανεμοθύελλα συχνοτήτων, όπου οι πάσης φύσεως σταθμοί σωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο και οι εκπομπές τους συγχέονται και εμπλέκονται, είναι δύσκολο να φαντασθούμε πως υπήρξε ένας καιρός που ο αιθέρας δεν είχε αποκαλύψει ακόμα τις μαγικές του ιδιότητες. Όλη αυτή η περιπετειώδης εποποιία, αδιανόητη στην αρχή και συναρπαστική στη συνέχεια, όλη αυτή η τρικυμιώδης πορεία, που διαπέρασε και συνδέθηκε με όσα γεγονότα σημάδεψαν τα πρόσφατα 100 χρόνια της εθνικής μας ζωής, θα εξιστορηθεί στις σελίδες που ακολουθούν. Θα ανασύρουμε χρόνο με τον χρόνο όλα τα ραδιοφωνικά περιστατικά, απ' όταν ακόμα η ραδιοφωνία αποτελούσε αποκύημα επιστημονικής φαντασίας ή ένα φυσικό παράδοξο. Παρακολουθώντας την εξέλιξη της τεχνολογίας της ασύρματης μεταβίβασης ήχων, με όλες τις πολιτικές και κοινωνικές της παραμέτρους, θα φθάσουμε στην σημερινή παρακμή του ραδιοφώνου και στην ασύλληπτη προοπτική που έχουν οι εφαρμογές των δυνατοτήτων που στην διάρκεια του αιώνα αξιοποιούνταν σταδιακά.
Στο διάστημα των 12 χρόνων που συστηματικά με απασχολεί η διερεύνηση των ποικίλων πτυχών της ραδιοφωνικής ιστορίας είχα επανειλημμένα την ευκαιρία να τονίσω πως αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε "ραδιοφωνικό πολιτισμό", η συμβολή δηλαδή του ραδιοφωνικού μέσου στην ανάπτυξη της πνευματικής και αισθητικής καλλιέργειας, έχει αγνοηθεί. Ενώ μέσα στην τελευταία δεκαετία ιδίως διάφοροι μελετητές, δοκιμιογράφοι και ιστορικοί "λιχνίζουν" κυριολεκτικά, κάθε μικρής ή μεγάλης σημασίας ιστορικό, κοινωνικό ή πολιτιστικό στοιχείο της ελληνικής ζωής, εντούτοις το ραδιοφωνικό φαινόμενο διέλαθε της προσοχής τους. Όταν, στα ύστερα της πρώτης τριακονταετίας άρχισε η εφαρμογή των ραδιοφωνικών εκπομπών υπήρχε πρόβλημα στην επικοινωνία κέντρου και επαρχίας, στη μετάδοση ιδεών και πληροφοριών ακόμα και στην διακοίνωση αρχών, νόμων, ανακοινώσεων και κυβερνητικών διατάξεων. Ακόμα και τότε ωστόσο η σπουδαιότητα και η πολυδυναμία του νέου μέσου αργεί πολύ να συνειδητοποιηθεί, αφού κωλυσιέργησε τόσο η εφαρμογή του. Όμως ακόμα και τώρα, με την υπεραναπτυγμένη τάση αναδρομικών εκτιμήσεων, ούτε τα αφιερώματα στα γεγονότα του απερχόμενου αιώνα συμπεριλαμβάνουν την ραδιοφωνική περιπέτεια, ούτε καμμιά ιστορική εργασία ασχολήθηκε μ' αυτήν. Οι ίδιοι οι σημερινοί άρχοντες της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης αδιαφορούν. Λες και το παρελθόν, τα πρόσωπα που στοιχειοθέτησαν την ιστορία της ραδιοφωνίας στη χώρα μας και εκ του μηδενός συγκρότησαν το ραδιοτηλεοπτικό οικοδόμημα, στο οποίο στεγάζονται οι σημερινοί "επιβάτες της ραδιοτηλεοπτικής εξουσίας" (και "αυριανοί διαβάτες" για να θυμηθούμε τον Γεώργιο Παπανδρέου) αν προβληθούν μειώνουν το κύρος των αρχόντων του παρόντος. Από αδιαφορία (ή ίσως από κάτι χειρότερο) διακόπηκε η δημοσίευση της "Ιστορίας της Ραδιοφωνίας" που συνεχιζόταν καθ' εβδομάδα από το 1994 στο περιοδικό "Ραδιοτηλεόραση" και κατ' αναμφισβήτητη διαπίστωση είχε πολλούς αναγνώστες ενδιαφερόμενους. Αυτό είναι ενδεικτικό του φρονήματος των ιθυνόντων πάσης κλίμακας, έναντι της σημασίας του ραδιοφωνικού παρελθόντος. Τέτοια θα συναντήσουμε πολλά ανατρέχοντας στα παλαιά έτη όπου ο αυταρχισμός των παραγόντων (κυβερνητικών ενίοτε) ανέστειλε κάθε θετική πρωτοβουλία. Παρ' όλα αυτά, άνθρωποι δημιουργικοί, οραματιστές, με προσφορά σημαντική κατά την αξία καθενός, συνέθεσαν την ραδιοφωνική ιστορία, αντιμετωπίζοντας και υπομένοντας τις αντιξοότητες. Το έργο όλων αυτών θα εξιστορήσουμε, την προσφορά τους θα αξιώσουμε και την "μορφωτική επανάσταση" του ραδιοφώνου θα αναδείξουμε σ' αυτές τις σελίδες.
Σήμερα βρισκόμαστε σ' ένα κομβικό σημείο. Είναι αναμφισβήτητο πως βιώνουμε μια πλήρη κυριαρχία ραδιοφώνου και τηλεόρασης ενώ ταυτόχρονα είναι ευδιάκριτη η παρακμή των συμβατικών μορφών αυτών των μέσων. Τα "παραδοσιακά" συστήματα, που διατηρούν μια αναγνωρισμένη συγγένεια με την αρχική εφεύρεση, τείνουν να χαθούν μέσα σε νέες εφαρμογές σ' ένα μέλλον που αδυνατούμε να διανοηθούμε. Την ωφέλεια που θα προκύψει απ' την εξέλιξη τους στις ερχόμενες δεκαετίες δεν μπορούμε ούτε να την φαντασθούμε, είμαστε όμως σε θέση να αναφερθούμε στην τεράστια πολιτιστική επίδραση του ραδιοφώνου σ' όλη την κλιμάκωση του εικοστού αιώνα.
Ας σταθούμε λοιπόν στην αφετηρία της αναδρομής.


ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΝΥΞΕΙΣ
Τα προανακρούσματα είχαν αρχίσει νωρίτερα απ' την αρχή του 20ου αιώνα. Οι φήμες για τα θαύματα του ηλεκτρισμού είχαν προηγηθεί κατά μία δεκαετία απ' την εφαρμογή του. Ο πρώτος ηλεκτρικός λαμπτήρας στην Αθήνα άναψε το 1889. Με την ευκαιρία των γάμων του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου ηλεκτροφωτίσθηκαν μερικά κεντρικά τετράγωνα σε Σύνταγμα και Ομόνοια. Δημοσιεύματα με επιστημονικά αξιοπερίεργα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, όπου γίνεται λόγος για μετάδοση ήχων, χωρίς τη βοήθεια σύρματος, μόνο με τα ηλεκτρικά κύματα της ατμόσφαιρας, επισημαίνονται από το 1880. Συγκεκριμένα στο περιοδικό ΕΡΜΗΣ της Κωνσταντινούπολης, τον Απρίλιο αυτού του χρόνου συναντάμε ένα εκτεταμένο ρεπορτάζ για τα πειράματα που κάνει ο Αμερικανός καθηγητής Looms στα βουνά της Ανατολικής Βιρτζίνια, όπου κατόρθωσε να μεταβιβάσει μηνύματα σε απόσταση 11 μιλίων με την χρησιμοποίηση δύο χαρταετών.
"Φθάνοντας οι χαρταετοί ούτοι, γράφει το παλιό περιοδικό, εις το αυτό αναγκαίον ύψος εις εκάτερον τον τόπον της ανταποκρίσεως και εν τω αυτώ ηλεκτροφόρω ατμοσφαιρικώ στρώματι ευρισκόμενοι, συγκοινωνούντες δε μετά της γης δια χαλκίνων συρμάτων χρησιμεύουσιν ως μέσον τηλεγραφικής συγκοινωνίας τη βοηθεία μηχανήματος οίον το του τηλεγράφου Μόρση". Το αν κατάλαβαν τίποτα οι αναγνώστες του 1880 απ' τη φιλότιμη προσπάθεια του περιοδικού να τους κατατοπίσει για τις αρχές της Φυσικής και για τα πρώιμα αμερικανικά πειράματα που θα οδηγήσουν σε μια εικοσαετία στην ανακάλυψη του ραδιοφώνου, πολύ αμφιβάλλουμε Πέρασε πάντως μια υπόνοια σ' όσους διάβασαν αυτές τις γραμμές πως κάτι συμβαίνει μέσα στην ατμόσφαιρα. Φανταζόμαστε τους δύσπιστους χριστιανούς να κάνουν ανήσυχοι το σταυρό τους και να ψιθυρίζουν: "Πίσω μου σ' έχω σατανά".
Στα επόμενα χρόνια το αδιανότητο του πράγματος, μέσα από ανάλογα σποραδικά δημοσιεύματα κέρδιζε μια επιστημονική στήριξη. Ναι, οι ιδιότητες της ατμόσφαιρας περιείχαν δυνάμεις που ο άνθρωπος τιθασεύοντας τις μπορούσε να μεταδίδει και να ακούει ήχους από απόσταση, χωρίς την μεσολάβηση σύρματος. Στα 1898 μια αξιοσέβαστη επιστημονική προσωπικότητα έρχεται να προσθέσει εγκυρότητα στο όλο ζήτημα. Ο καθηγητής Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Τιμολέων Αργυρόπουλος, που οι Αθηναίοι τον αποκαλούσαν "ο κ. Ηλεκτρικός", για την επίδοση του στις εφαρμογές του ηλεκτρισμού, αρχίζει μια σειρά διαλέξεων-επιδείξεων στον "Παρνασσό", όπου εκτεταμένα ασχολείται και με την χωρίς σύρματα επικοινωνία. Η εφημερίδα ΕΣΤΙΑ στις 6 Νοεμβρίου 1897 γράφει τα παρακάτω. Τίτλος "Ηλεκτρική Ζωή". "Χθες εις τον Παρνασσόν ο κ. Αργυρόπουλος, ο επονομασθείς ηλεκτρικός - κατά πλειότερον παντός άλλου ασχολούμενος με τον ηλεκτρισμόν - μας εξήγησε τα θαύματα της τελευταίας πενταετίας, τα ηλεκτρικά αερόστατα, την άνευ συρμάτων επικοινωνίαν και τα ηλεκτρικά ατμόπλοια. Ο κόσμος ο συγκεντρωθείς εν τη αιθούση του Παρνασσού έκθαμβος παρηκολούθη του κ. καθηγητού τα πειράματα και τας επεξηγήσεις, ενώ ένας ερωτόληπτος, σοβαρότατα ησχολείτο με σχέδια περί εγκαθιδρύσεως εντός του δωματίου του, των αναγκαίων μηχανημάτων προς παραγωγήν επαγωγικού ρεύματος δια του οποίου να συνεννοείται μετά της ερωμένης του, τοποθετούσης και αυτής εντός του καλλιντηρίου της του αναλόγου "απηχείου". Ιδού και η πρώτη πρόταση για την ονομασία του ραδιοφώνου. Απηχείον, η συσκευή που απηχεί τα εκπεμπόμενα. Δεν θα αργήσει ωστόσο να ακουστεί και το όνομα ραδιόφωνο. Η σχετική είδηση απ' την εφημερίδα ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ της 26 Ιουνίου 1899. "Η "Επιθεώρησις των Επιθεωρήσεων" αγγέλει ότι εντός ολίγου το τηλέφωνον ως ο τηλέγραφος θα λειτουργεί άνευ σύρματος (…) Η Επιθεώρησις αναφέρει λίαν ενδιαφερούσας λεπτομερείας της λειτουργίας του νέου τούτου μηχανήματος το οποίον ωνομάσθη ρ α δ ι ό φ ω ν ο ν…". Θα περάσουν πολλά χρόνια για να ξανάρθει στην επιφάνεια η ονομασία αυτή.
Στο μεταξύ οι διαλέξεις και επιδείξεις του Τιμολέοντα Αργυρόπουλου προκαλούσαν μεγάλο ενδιαφέρον στους Αθηναίους και πλήθη κόσμου συνωστούνταν στον "Παρνασσό" κάθε φορά που ο καθηγητής παρουσίαζε δημόσια τα αποτελέσματα των πανεπιστημιακών του πειραμάτων. Σε όλη τη διάρκεια του 1899 έγιναν εννέα τέτοιες διοργανώσεις, πολυπληθέστατες πάντα. Στην αρχή του τελευταίου χρόνου του αιώνα μια παρόμοια συγκέντρωση λαβαίνει χώρα, με εξελιγμένα συστήματα και προχωρημένες εφαρμογές. Τις λεπτομέρειες τις βρίσκουμε στις σελίδες της ΕΣΤΙΑΣ στις 27 Ιανουαρίου 1900. "Ο Ανευ σύρματος τηλέγραφος. Ήτο ομολογουμένως κάτι ωραιότατον η χθεσινή εν τω Παρνασσώ διάλεξις, η πειραματική ούτως ειπείν επιθεώρησις της ηλεκτρικής κληρονομίας, την οποίαν μας αφήνει απερχόμενος ο δέκατος έννατος αιών. Ωραιότερα όμως απ' όλα και περιεργότερα - διότι ήσαν εντελώς άγνωστα μέχρι τούδε - υπήρξαν τα πειράματα επί της αρχής του άνευ σύρματος τηλεγράφου του Μαρκόνι. Η θεωρία της νέας ταύτης τελειοποιήσεως έχει ως εξής: προ τινών ετών ο εν τω γερμανικώ Πανεπιστήμιω της Βόννης καθηγητής της φυσικής Χέρτς ανεύρε μέσον δι ού κατόρθωσε να παραγάγη εν τω διαστήματι ηλεκτρικάς κυμάνσεις…" Ακολουθεί μια λεπτομερέστατη περιγραφή του φυσικού φαινομένου και των πειραματικών εφαρμογών και το δημοσίευμα καταλήγει: "…επί τη βάσει λοιπόν της θεωρίας αυτής ο κ. Αργυρόπουλος έκαμεν ωραιότατα πειράματα από του ενός άκρου της αιθούσης εις το άλλο…."
Καθώς όμως η εξέλιξη κλιμακώνεται στους πανεπιστημιακούς θαλάμους και προσφέρεται για ολοένα και περισσότερο προχωρημένες εφαρμογές, ένας διεκδικητής εμφανίζεται που απαιτεί αποκλειστικότητα στην νέα ανακάλυψη και απόλυτη εξουσία πάνω σ' αυτήν. Στην αφετηρία της νέας τροπής βρίσκεται πάντα ο Αργυρόπουλος ο οποίος, σε μια απ' τις διαλέξεις του (29.1.1900) τονίζει την σπουδαιότητα της εφαρμογής του ασυρμάτου στα πλοία. Ευθύς μόλις ολοκληρώνεται η πειραματική φάση της ασύρματης επικοινωνίας το Πολεμικό Ναυτικό εκδηλώνει το ενδιαφέρον του. Η είδηση δεν χρειάζεται σχόλια. ΕΣΤΙΑ 9 Ιουλίου 1906.
"Πληροφορούμεθα ότι κατηρτίσθη επιτροπή εκ του καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Τ. Αργυροπούλου, του πλωτάρχου κ. Παπαχρήστου και των κ.κ. Παπαρηγοπούλου, Ζωχιού και Μαλικοπούλου όπως μελετήσει την εφαρμογήν του άνευ σύρματος τηλεγράφου εις το πολεμικόν ναυτικόν. Η επιτροπή θα υποδείξει τας καταλληλότερας τοποθεσίας δια τους τηλεγραφικούς σταθμούς και θα αποφανθή εάν δύνανται να επωφεληθώσι της δι' ασυρμάτου τηλεγράφου συνεννοήσεως και τα εμπορικά πλοία καταβάλλοντα ανάλογα τέλη. Εν τω μεταξύ αναμένονται εκ Γερμανίας τεχνίται, οι οποίοι θα τοποθετήσουν τα μηχανήματα του τηλεγράφου, θα διδάξωσι δε κατόπιν την χρήσιν αυτών εις τους ιδικούς μας."
Σε ειδική τελετή που δοργανώθηκε την Άνοιξη του 1988 στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου με πρωτοβουλία του γράφοντος και με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου και της της ΕΡΑ με θέμα "Η Συμβολή του Πανεπιστημίου στην εξέλιξη της Ραδιοφωνίας" ο Τιμολέων Αργυρόπουλος και οι πρωτοπόρες εργασίες του ήταν η κύρια τιμητική αναφορά.
Καθώς φαίνεται ωστόσο το ενδιαφέρον της εξουσίας είχε εκδηλωθεί νωρίτερα. Αυτό συμπεραίνεται από τον πρόλογο στο βιβλίο του ανυπολοχαγού του Πυροβολικού Γ.Π. Πετρόπουλου που με τίτλο Η ΑΝΕΥ ΣΥΡΜΑΤΟΣ ΤΗΛΕΓΡΑΦΙΑ εκδίδεται το 1904 στην Αθήνα. "Μετά την αποφοίτησιν μου εκ της Ανωτέρας Ηλεκτρολογικής Σχολής των Παρισίων, διαταχθείς υπό του υπουργού των Εσωτερικών να παρακολουθήσω τα κατά τον παρελθόντα Νοέμβριον γενόμενα πειράματα επί του εν Καστέλλα ιδρυθέντος σταθμού του άνευ σύρματος τηλεγράφου, επιβαλλόμενον μοι καθήκον εθεώρησα να εκπονήσω ιδίαν της περί της άνευ σύρματος τηλεγραφίας πραγματείαν, δυναμένη να χρησιμεύση τόσον εις τον στρατιωτικόν τον ενδιαφερόμενον επί τοιούτων ζητημάτων όσο και εις πάντα άλλον". Τα δεδομένα μας πείθουν πως οι προσδοκίες του ανθυπολοχαγού Γ. Π. Πετρόπουλου, όσον αφορά τους ενδιαφερόμενους για το ζήτημα που πραγματευόταν στο βιβλίο του, ήταν μάλλον υπερβολικές. Ένα μέρος του κοινού είχε ακούσει βέβαια για τον ασύρματο (στο καρναβάλι του 1898 είχε γίνει από τους φοιτητές αποκριάτικο άρμα με θέμα τον ασύρματο τηλέγραφο) και σ' αυτό είχαν φυσικά βοηθήσει πολύ οι διαλέξεις στον "Παρνασσό" και τα διάφορα σχετικά δημοσιεύματα, η ενημέρωση όμως στο μικρό, ούτως ή άλλως, ποσοστό του πληροφορημένου κοινού ήταν μόνο επιφανειακή. Όσο για την πλατιά κοινή γνώμη, η μετάδοση της φωνής σε απόσταση ήταν ακόμα τότε κάτι εξωφρενικό.
Από την πλευρά των Αρχών, μόλις άρχισε να διαπιστώνεται η πρακτική ωφέλεια της ασύρματης μεταδόσεως και οι προοπτικές των πολλαπλών της χρήσεων, το Πολεμικό Ναυτικό, όπως είπαμε, κατοχύρωσε το προνόμιο της και όλοι οι ειδικευμένοι στρατεύσιμοι κατατάσσονταν στις τάξεις του. Οι εφαρμογές του ασυρμάτου στο μεταξύ συστηματοποιούνται. Για την ιστορία πρέπει να σημειώσουμε πως η πρώτη απόπειρα λειτουργίας πειραματικού σταθμού ασυρμάτου τηλεγραφίας χρονολογείται από το 1902. Ο πομπός είχε εγκατασταθεί στην Φρεατύδα του Πειραιά και ο δέκτης στο Παλαιό Φάληρο κοντά στο Δέλτα. Στα 1909 γίνεται η πρώτη επίσημη εκπομπή ανάμεσα σε τρία πολεμικά πλοία. Οι πομποί και οι δέκτες του "Ύδρα", του "Σπέτσαι" και του "Ψαρά" δικαιούνται τα εύσημα της ραδιοφωνικής πρωτιάς και ο υποπλοίαρχος Κωνσταντίνος Αθανασιάδης ένα δικαίωμα ραδιοφωνικής πρωτοπορίας που αργότερα θα το αξιοποιήσει. Κοιτίδα, λοιπόν, της ραδιοφωνίας το Πολεμικό Ναυτικό και ο αξιωματικός Αθανασιάδης στο ξεκίνημά της να συνδέεται αρχικά με πολλές πρωτοβουλίες για την εγκατάσταση ασυρμάτων στα πλοία, ίδρυση παράκτιου σταθμού κ.λ.π. Το 1911 λειτούργησε το Θησείο ο πρώτος σταθμός ασυρμάτου στην ξηρά που επικοινωνούσε με το πολεμικό "Αβέρωφ". Φαίνεται πως οι ασυρματικές ανησυχίες είχαν αρχίσει στην ίδια περιοχή αρκετά ενωρίτερα. Αυτό, τουλάχιστον, συμπεραίνουμε απ' το δημοσίευμα που συναντάμε στις 6 Ιουλίου 1906 στην ΕΣΤΙΑ "Τα πειράματα του άνευ σύρματος τηλεγράφου εξακολουθούν υπό του μνημείου του Φιλοπάππου υπό καυστικόν ήλιον". Από τότε και μέχρι σήμερα όλη η συνοικία μεταξύ Θησείου και Πετραλώνων λέγεται Ασύρματος.
Είναι απαραίτητο να συμπληρώσουμε πως ο πρωτοπόρος Αθανασιάδης ήταν και ο ιδρυτής του κλάδου των ραδιοτηλεγραφητών στην Ελλάδα και πως από το 1910 ως το 1920 ήταν προϊστάμενος της Ραδιοτηλεγραφικής Υπηρεσίας του Π.Ν. Το Ναυτικό λοιπόν κηδεμονεύει τη νεογέννητη ραδιοφωνία. Φυσικό, με την αντίληψη πως και τα ερτζιανά είναι κι αυτά κύματα! Στο μεταξύ βέβαια το Ναυτικό εκπαιδεύει τεχνικούς που είτε μετεκπαιδευόμενοι είτε όχι στα επόμενα χρόνια θα παίξουν σημαντικό ρόλο στη νέα τεχνολογία που ολοένα θα εξελίσσεται.
Πυκνά και αλλεπάλληλα γεγονότα κοινωνικές αναμοχλεύσεις, επαναστάσεις και πόλεμοι αλλά και ενσωμάτωση νέων ελληνικών εδαφών και πληθυσμών πλημμυρίζουν την πρώτη δεκαετία που η ασύρματη επικοινωνία, η ραδιοτηλεγραφία, εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Αρχίζοντας από την επανάσταση των αξιωματικών στο Γουδί το 1909 που εκφράζει μια έντονη πίεση για κοινωνικές αλλαγές, και τον ξεσηκωμό των αγροτών στη Θεσσαλία τον επόμενο χρόνο, μπορούμε να πούμε πως η εμφάνιση της ασύρματης επικοινωνίας στην χώρα μας συμβαδίζει με το ξεκίνημα μιας αναμορφωτικής τάσης στον κοινωνικό και κατ' επέκταση στον πολιτιστικό ιστό. Οι ταυτόχρονες μηχανοτεχνικές εξελίξεις σε άλλους τομείς, η εξάπλωση της χρήσης του ηλεκτρισμού σε διάφορες εφαρμογές με αρχή τις συγκοινωνίες, φέρνουν τον ασύρματο να συμπορεύεται με την κοινωνική και οικονομική ανόρθωση που σημειώνεται σ' αυτήν ακριβώς την δεκαετία. Ωστόσο δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε πως η καινοτομική αυτή επινόηση κρατιέται στην πρώτη της δεκαετία πολύ αυστηρά απομονωμένη απ' το κοινωνικό σύνολο σαν αποκλειστικό προνόμιο του στρατού. Καμμιά χρήση της ασύρματης επικοινωνίας δεν έχει περάσει στην κοινωνική ζωή. Οπωσδήποτε όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχει προκληθεί το ενδιαφέρον κάποιων έξω απ' τα όρια του στρατεύματος και πως δεν έχουν αρχίσει κάποιες κινήσεις, έρευνες και πειραματισμοί που δεν αποβλέπουν σε πολεμικές χρήσεις. Απόδειξη πως στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1920 αναφέρονται κάποιες σχετικές ζυμώσεις που έτυχε να έχουν δημοσιοποιηθεί και καταγραφεί κι έτσι τις γνωρίζουμε σήμερα. Είναι σίγουρο ωστόσο πως δεν ήταν οι μόνες.
Τον Ιανουάριο του 1920 δημοσιεύεται ο χαλύβδινος νόμος 1831 "Περί οργανώσεως της ραδιοτηλεγραφικής και ραδιοτηλεφωνικής υπηρεσίας του Κράτους και περί συστάσεως διευθύνσεως ραδιοτηλεγραφικής υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού" που κατοχυρώνει απρόσβλητα τον έλεγχο σε οτιδήποτε σχετίζεται με ασύρματη μετάδοση ήχου. Με το νόμο αυτόν το προνόμιο παραχωρείται στο ναυτικό και η πρόθεση ενός ιδιώτη να αποκτήσει πομπό ή δέκτη κρίνεται από ειδικό συμβούλιο και κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις. "Η εγκατάστασις και λειτουργία ραδιοτηλεγραφικών και ραδιοτηλεφωνικών σταθμών επί ελληνικού εδάφους και επί ελληνικών πλοίων αποτελεί προνόμιον του Κράτους" λέει το άρθρο 1 του νόμου και το άρθρο 2 συμπληρώνει: "Το Κράτος δύναται να παραχωρήση εις ιδιώτας την άδειαν της εγκαταστάσεως και λειτουργίας σταθμού εν τη ξηρά ή επί πλοίων, υπό όρους αναγραφομένους εν τη αδεία..» και στο άρθρο 6 παραγραφο 2 σημειώνει για τις συσκευές λήψεως "…Αι άδειαι αύται παρέχονται παρά του υπουργού της Συγκοινωνίας κατόπιν γνωμοδοτήσεως του παρ' αυτώ συμβουλίου ασυρμάτου Τ.Τ. και συμφώνως προς τους υπό τούτου υποδεικνυόμενους όρους εντός των κειμένων νόμων…". Και το σκληρότερο "Αι ιδιωτικαί εν τη ξηρά εγκαταστάσεις συσκευών ασυρμάτου πάσης φύσεως διατελούσιν υπό τον άμεσον έλεγχον της διευθύνσεως Τ.Τ.Τ. ήτις δικαιούται να εξακριβώνη ανά πάσαν στιγμήν δια Τ.Τ.Τ. υπαλλήλων, οριζομένων δι αποφάσεων του υπουργού Συγκοινωνίας μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου Τ.Τ. εάν τηρώνται οι όροι υφ'ους παρεχωρήθη η άδεια". Κι όμως, παρά τα αυστηρά αυτά μέτρα, αυτήν ακριβώς την εποχή, όπως θα μας αποκαλυφθεί από μια μαρτυρία λίγο αργότερα, υπήρχαν κάποιοι που ακριβοπλήρωναν για ν' αποκτήσουν έναν ραδιοφωνικό δέκτη.
Το 1920 σημαδεύεται ραδιοφωνικά και από ένα άλλο σπουδαίο γεγονός. Επιστρέφει στην Ελλάδα ένας ειδικός που μόλις έχει αποφοιτήσει απ' το ελβετικό πολυτεχνείον και έχει εργαστεί στα εργοστάσια Μπράουν-Μπόβερι στο Μπάντεν και τη Γενεύη. Ο νεαρός επιστήμονας λέγεται Στέφανος Ελευθερίου και μέλλεται να διαδραματίσει ρόλο σημαντικότατο τα επόμενα σαράντα χρόνια σε ό,τι συνδέεται με τη ραδιοφωνική υπόθεση. Αμέσως κατατάσσεται στη Διεύθυνση Ραδιοηλεκτρικής Υπηρεσίας Ναυτικού, τη ΔΡΥΝ, και κει θα κλιμακώσει μια σειρά από δραστηριότητες και θα διοχετεύσει όλες τις γνώσεις και τις εμπειρίες που έχει συγκεντρώσει στην Ευρώπη. Ο Ελευθερίου παραμένει στη ΔΡΥΝ πέντε χρόνια και σ' αυτό το διάστημα πρωτοστατεί στην πραγματοποίηση της πρώτης ραδιοφωνικής εκπομπής.
Η σχετική πληροφορία δεν μας δίνει δυστυχώς πολλά στοιχεία. Βρίσκεται στις σελίδες της ειδικής έκδοσης του Ράδιο-Καραγιάννη ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΙΣ , που αναφέρει: "Η πρώτη απόπειρα ραδιοφωνικής εκπομπής εις την Ελλάδα έλαβε χώραν το 1923 εις τον Σταθμόν Βοτανικού της ΔΡΥΝ, όπου εχρησιμοποιήθη πομπός ασυρμάτου τηλεφωνίας ισχύος 200 W, κατασκευής της σουηδικής εταιρίας "Svenska Radio Aktiebobaset", του οποίου ο τότε αντιπρόσωπος ταύτης, ονόματι Νικολάου, είχεν εισαγάγει με σκοπόν μεταπωλήσεως". Τι να ήταν άραγε αυτή η πρώτη εκπομπή; Ποιοί την άκουσαν, αφού στα πρώιμα εκείνα χρόνια ραδιόφωνα δεν υπήρχαν; Μάλλον ήταν ένα πειραματάκι, εσωτερική υπόθεση της ΔΡΥΝ και θα πρέπει να πρωτοστάτησαν ο Αθανασιάδης και ο Ελευθερίου. Την σημειώνουμε ωστόσο στην αφετηρία της ραδιοφωνικής διαδρομής σαν μια πρωτιά. Ένα κατοπινό στοιχείο, ασαφές και αιωρούμενο, προσθέτει ίσως κάτι για μια υπόθεση του περιεχομένου της εκπομπής αυτής. Τον ίδιο χρόνο αρχίζει η λειτουργία του BBC, που είναι ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός της Ευρώπης. Ο πρώτος αμερικανικός είχε αρχίσει το Πίτσμπουργκ το 1921.
Τον επόμενο χρόνο, 1924, οι Αθηναίοι έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη ραδιοφωνική λειτουργία στο θέατρο και να γνωρίσουν τη συσκευή του ραδιοφώνου. Μια οπερέτα ανεβαίνει στο θέατρο "Διονύσια", που έχει τίτλο "Η δεσποινίς του ασυρμάτου" (προφανώς το έργο έχει ηρωϊδα μια εκφωνήτρια κάποιου σταθμού) και, απ' ότι μας πληροφορούν τα ποικίλα δημοσιεύματα της εποχής, στο έργο περιέχονται σκηνές όπου διάφορα άτομα συγκεντρώνονται γύρω από ένα δέκτη και με τα ακουστικά στ' αυτιά απολαμβάνουν την ακρόαση. Το έργο σημειώνει επιτυχία, που σημαίνει πως το θέμα έχει ανταπόκριση. Στην εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ της 11ης Ιουνίου 1924, διαβάζουμε: "Εις τα Διονύσια εξαιρετική πιέννα χθες το βράδυ με την πρώτην της νέας γερμανικής οπερέτας "Η δεσποινίς του ασυρμάτου. "Το έργο ήρεσεν υπερβολικά χάρις εις την ευφυά πλοκήν, την άφθονον και ωραίαν μουσικήν, τον φαντασμαγορικό διάκοσμον". Σημειολογικές παρατηρήσεις, το ραδιόφωνο, το στερούμενο θεάματος στο ξεκίνημά του, προσφέρεται ως θέαμα.

Η ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αναδεύεται λίγο πιο ζωηρά η ραδιοφωνική αντίληψη ό,τι κι αν σήμαινε αυτό για την εποχή, απ' την αρχή της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα μας. Ωστόσο η ιδέα για το ραδιόφωνο είναι συγκεχυμένη, ενώ στο μεγάλο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού εξακολουθεί να είναι ανύπαρκτη. Στα τέλη του 1920 η μικρασιατική εκστρατεία έχει δημιουργήσει μια εθνική ευφορία και η κοινωνική ζωή στην Αθήνα σφύζει από ζωτικότητα. Δύο χιλιάδες αυτοκίνητα κυκλοφορούν στην πρωτεύουσα, ο κινηματογράφος έχει εισχωρήσει για τα καλά στις ψυχαγωγικές συνήθειες, τα ηλεκτροκίνητα τραμ συνδέουν τις απομακρυσμένες συνοικίες με το αθηναϊκό κέντρο και μέσα στις άλλες τεχνολογικές κατακτήσεις το ραδιόφωνο συζητείται σαν μια συναρπαστική μελλοντική δυνατότητα. Σαν αντίπαλο δέος στην αποκλειστικότητα του Ναυτικού αναπτύσσεται στους πανεπιστημιακούς κύκλους μια κίνηση με αντικείμενο τη ραδιοφωνία. Έχει προϋπάρξει ζωηρή και γόνιμη διεργασία γύρω από τον ασύρματο και τα προβλήματα και τις δυνατότητες του για να φτάσει ο επιμελητής της έδρας της Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κ. Πετρόπουλος, να παρουσιάσει την 1η Μαρτίου του 1922 "ενώπιον της Εταιρίας Φυσικών Επιστημών πλήρες σύστημα δέκτου ασυρμάτου τηλεγράφου με λυχνίας". Με ασταθή βήματα και ταλαντεύσεις, αργά και διστακτικά, η ελληνική ραδιοφωνία προχωρεί προς τα ένδοξα πεπρωμένα της. Εννοώ φυσικά τη σημερινή ραδιοφωνική "ευημερία".
”Η ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΣΥΡΜΑΤΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ - ΣΥΝΑΥΛΙΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΣ - ΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑΙ ΡΑΔΙΟΣΥΝΑΥΛΙΑΙ ΚΑΙ ΑΙ ΑΘΗΝΑΙ". Αυτός είναι ο τίτλος και τα περιεχόμενα του άρθρου που δημοσιεύει η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το Μάιο του 1925. Συντάκτης του ο επιμελητής της Φυσικής Κ. Πετρόπουλος. Έστω και μόνο απ' τον τίτλο γίνεται φανερό πως τα πράγματα έχουν προχωρήσει αρκετά. Απ' τον προηγούμενο χρόνο μάλιστα έχει υποβληθεί αίτηση στο δημόσιο από το μηχανικό Νικόλαο Αγγελέα, για να του χορηγηθεί άδεια να εγκαταστήσει ραδιοφωνικό σταθμό. Το κράτος, φυσικά, αρνήθηκε. Γι' αυτήν την τρομερή πρωτοβουλία δεν διαθέτουμε δυστυχώς κανένα στοιχείο που να μας φωτίζει περισσότερο, ούτε για τον πρώιμο διεκδικητή του ραδιοφωνικού οράματος είναι τίποτα άλλο γνωστό παρά το όνομα και η ιδιότητά του. Ωστόστο είναι εντυπωσιακή η αμεσότητα της υποβολής προτάσεως για δημιουργία ραδιοφωνικού σταθμού έναν χρόνο μετά την λειτουργία του BBC. Σημειώνουμε πάντως το όνομα του Νικόλαου Αγγελέα στην αφετηρία της μεγάλης διαδρομής και συμπληρώνουμε πως αργότερα τον συναντάμε τεχνικό προϊστάμενο του Δήμου Αθηναίων.
Για να δούμε όμως ολίγα απ' όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο του πανεπιστημιακού Κ. Πετρόπουλου. "Την Ευρώπην και την Αμερικήν, κατά τα τελευταία ιδίως έτη, απασχολεί με πρωτοφανή ταχύτητα διαδόσεως μια εντελώς απρόβλεπτη εφαρμογή του ασυρμάτου ή της ραδιοφωνίας, όπως επεκράτησε να λέγεται η άνευ σύρματος μεταβίβασις ήχων". Και συνεχίζει παρακάτω το δημοσίευμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ του 1925. "Εις τον ημερήσιον επί παραδείγματι τύπον των μεγάλων ευρωπαϊκών κέντρων, παρά τα θεατρικά ή αθλητικά προγράμματα ή τα προγράμματα ιπποδρομιών, βλέπει τις καθ' ημέραν και προγράμματα της επόμενης μορφής: Ραδιοφωνικός σταθμός Χ ώρα 9.30 τελευταίαι ειδήσεις της ημέρας. Ορχήστρα. Διηγήματα δια μικρά παιδιά. Συναυλία της διασήμου βιολιστρίας Ψ. Ορχήστρα. Μετεωρολογικόν δελτίον και προβλέψεις του καιρού της επομένης. Συναυλία του πιανίστα Ω. Ειδήσεις Χρηματιστηριακαί κλπ." και μετά την παράθεση ενός ραδιοφωνικού προγράμματος, πραγματικού ή υποθετικού, δεν έχει σημασία, ο συντάκτης του άρθρου σημειώνει: "Σκοπός των επομένων γραμμών είναι να εξηγηθεί εις το ελληνικόν κοινόν η σημασία παρομοίων δημοσιεύσεων και εν γένει να δοθή ομαδική απάντησις, προς όσους προφορικώς ή δι' επιστολών, τελευταίως ιδίως εις μέγα αριθμόν, μοι εζήτησαν πληροφορίας επί της ραδιοφωνίας ή του ασυρμάτου τηλεγράφου εν γένει, αναζητούντες να προσανατολισθούν επί του πράγματος υπό την πίεσιν επιμόνων φημών και ελκυστικών διηγήσεων". Έτσι λοιπόν, πολλοί ρωτούσαν τον κ. Επιμελητή, μέγας αριθμός, ερεθισμένοι από επίμονες φήμες και ελκυστικές διηγήσεις. Η προσδοκία της ραδιοφωνικής μαγείας είχε αρχίσει. Από ανάλογα δημοσιεύματα, αφηγήσεις όσων είχαν ραδιοφωνικές εμπειρίες και τις σχετικές συζητήσεις εξαπλώνεται σιγά-σιγά το ενδιαφέρον για τις εκπομπές και τις ακροάσεις από ξένους σταθμούς. Τον ίδιο καιρό σημειώνεται η πρώτη διαπιστωμένη ραδιοφωνική μετάδοση με την εκπομπή ενός πλήρους προγράμματος. Ο αρθρογράφος της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ δεν ήταν αμέτοχος στη σκαπανική αυτή απόπειρα.
Στη Σχολή Μεγαρέως, ένα ιδιωτικό γυμνάσιο που βρισκόταν στη γωνία Πατησίων και Λήμνου, είχε δημιουργηθεί ένας πυρήνας μαθητών με το ενδιαφέρον τους στραμμένο στη Ραδιοτηλεγραφία. Ο Κ. Πετρόπουλος διατηρούσε στην πλατεία Αμερικής τα ραδιοηλεκτρολογικά εργαστήρια ΜΕΤΡΟΝ και αντιπροσώπευε τα μηχανήματα και εξαρτήματα της FAR. Έτσι, εκτός απ' την ενθάρρυνση που διοχέτευε στους νεαρούς ερασιτέχνες του Μεγαρέως, τους τροφοδοτούσε και με τα απαραίτητα υλικά καθώς και με τα τεύχη του γαλλικού τεχνικού περιοδικού "L' ANTENNE", που αποτέλεσε σύμβουλο και καθοδηγητή τους. Την ομάδα των νεαρών εραστών της ραδιοηλεκτρικής τέχνης, όταν ακόμα ο τομέας αυτός βρισκόταν στα σπάργανα, την αποτελούσαν οι Πολύκαρπος Ψωμιάδης, Γιώργος Πετρόπουλος, Θανάσης Κουκούλης και Χρήστος Κατσαφαρόπουλος, στον οποίο χρωστάμε τις πολύτιμες αυτές πληροφορίες για τη χαραυγή της Ραδιοφωνίας στην Ελλάδα. Κοντά στην τετραμελή ομάδα των μαθητών με τα ασυρματικά ενδιαφέροντα βρισκόταν και ο Πέτρος Γκάβιγκερ και ο Γιώργος Μεγαρεύς, γιος του διευθυντή της σχολής. Με την παρακολούθηση του Κ. Πετρόπουλου η ομάδα αυτή των σκαπανέων αποφάσισε να μεταδώσει ραδιοφωνικά μια σχολική γιορτή που οργανώθηκε σαν μια πειραματική εκπομπή για τους λιγοστούς δέκτες που λειτουργούσαν στην Αθήνα.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως λίγους μήνες νωρίτερα είχε εμφανιστεί στην οδό Πατησίων, απέναντι από το Μουσείο, το πρώτο κατάστημα που έφερε βιομηχανοποιημένες ραδιοσυσκευές. Τα ραδιόφωνα ήταν της "Φίλιπς" και ο πρωτοπόρος έμπορος που τα τοποθέτησε στη βιτρίνα του ήταν ο Βασίλης Καλαμπόκης. Κατά τη μαρτυρία μάλιστα του παλαίμαχου Γιάννη Σιάσκα, ο πολυμήχανος αντιπρόσωπος εγκατέστησε μεγάφωνα έξω απ' το μαγαζί του και όλη η περιοχή αντηχούσε από τις μουσικές που μετέδιδαν οι ξένοι σταθμοί. Μπορούμε να φανταστούμε τους κατάπληκτους περαστικούς Αθηναίους να σταματούν μπροστά στο κατάστημα του Καλαμπόκη και να ρωτιούνται μεταξύ τους τι ήταν αυτοί οι περίεργοι ήχοι, ανάμικτα κύματα κάποιας μελωδίας με βροντερά παράσιτα σαν θόρυβοι ανατριχιαστικοί κάποιου άλλου κόσμου. Είναι απαραίτητο να προσθέσουμε πως ραδιοφωνικούς δέκτες εγχώριας κατασκευής προμήθευε και το εργαστήριο της ΜΕΤΡΟΝ του Κ. Πετρόπουλου κι έτσι μπορούμε να λογαριάσουμε πως στην Αθήνα, το 1926, θα πρέπει να λειτουργούσαν καμιά εικοσαριά συσκευές, εφόσον υποθέσουμε πως οι διαφημιστικές εμπνεύσεις του Καλαμπόκη δεν μπορεί παρά να δελέασαν κάποιους ανυπόμονους Αθηναίους και κάποιους άλλους η επιστημονική περιέργεια θα πρέπει να τους οδήγησε στο εργαστήριο του πανεπιστημιακού τεχνικού της πλατείας Αμερικής, τότε Αγάμων. Έτσι λοιπόν αρκετά ραδιόφωνα θα βρίσκονταν διαθέσιμα για ν' ακουστεί η ραδιοφωνική γιορτή της Σχολής Μεγαρέως, όταν οι ραδιοφωνόπληκτοι μαθητές αποφάσισαν την αναμετάδοσή της.

.........................................................................................................................................................................


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

Η ανατολή του 1945 βρήκε την Αθήνα βαρειά πληγωμένη κι όλη τη χώρα παραλογισμένη, να μην μπορεί να συνέλθει και να συγκροτηθεί και να σκεφθεί ποια θα είναι τα βήματά της στο μέλλον. Η Συμφωνία της Βάρκιζας και ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ πολλούς ανακούφισε, άλλους τόσους απογοήτευσε και μια μερίδα του πληθυσμού που οραματιζόταν πως ύστερα από οκτώ χρόνια δικτατορίας και γερμανικής κατοχής κάτι θα άλλαζε για το λαό, προσγγειωνόταν τώρα σε μια επέλπιδα πραγματικότητα. Ολόκληρη η Αθήνα και ένα μεγάλο μέρος της χώρας είχε μεταβληθεί σε «Σκομπία». Έτσι λεγόταν κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών η περιοχές Κολωνακίου και Συντάγματος που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Άγγλου στρατιωτικού διοικητή ταξίαρχου Σκόμπι, μια και σχεδόν όλη η άλλη περιοχή της πρωτεύουσας είχε καταληφθεί από τους ΕΛΑΣίτες.

Ο ραδιοφωνικός σταθμός με ένα ολιγοήμερο διάστημα ελευθερίας, πέρασε απ’ τα χέρια των Γερμανών στα χέρια των Άγγλων. Σ’ όλο το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου 1945, που ο σταθμός ήταν αδύνατο να λειτουργήσει από έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος, οι Άγγλοι είχαν εγκαταστήσει έναν πρόχειρο πομπό που μετέδιδε μόνον ειδήσεις και ανακοινώσεις. Με τις πρώτες κινήσεις ανασυγκρότησης μια ακινητοποιημένηε κρατικής μηχανής αναδεύεται και η κρατική ραδιοφωνία. Η ΑΕΡΕ έχει αναιρεθεί, το προσωπικό της όμως, τεχνικοί, δοικητικοί και του προγράμματος που σχηματίζουν το ραδιοφωνικό σώμα, βρίσκονται όλοι παρόντες και στις θέσεις τους κι έτσι με τη μεσεγγύηση του κράτους με διευθυντή το Στέφανο Ελευθερίου το πλήρωμα της Βουλπιώτικης ραδιοφωνίας περιμένει ηλεκτρικό ρεύμα.
Στο μεταξύ ο πρόχειρος πομπός της συμμαχικής αλληλεγγύης σημειώνει μια παρένθεση στην ιστορία της κρατικής ραδιοφωνίας. Στις μεταδόσεις αυτές προϊσταται ο Δημήτρης Χρονόπουλος πλαισιωμένος από τους Ιάσονα Βροντάκη και Γεώργιο Πωπ καθιερώνουν κανονικό πρόγραμμα με εκπομπές στα μεσαία σε μήκος 499 μέτρων ή 601 χιλιοκύκλων και σε ώρες από 12.30 έως 3 μ.μ. και 7.30 έως 10 το βράδυ. Ο σταθμός αυτός αναγγέλεται ως Πρόχειρος Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών, έχει πολύ μικρή εμβελεια και τα στούντιο του ήταν αρχικά και για λίγες μέρες στη «Μεγάλη Βρετανία» και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε κάποιο χώρο των παλαιών ανακτόρων. Η κάλυψη που πρόσφερε στην ενημέρωση του ταραγμένου πληθυσμού ο σταθμός αυτός ήταν πολύτιμη και πρέπει να αναγνωρισθεί πως η πρωτοβουλία συγκρότησής του ανήκει αποκλειστικά στ Δημήτρη Χρονόπουλο και δίκαια αναφερόταν αργότερα ως πρώην διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού. ( Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ Ιανουάριος 1946 «
30 ΗΜΕΡΕΣ ΚΛΕΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ‘ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ’. Άγνωστες σελίδες της Δεκεμβριανής στάσεως υπό Δ. Χρονόπουλου τότε διευθυντού του Ραδιοφωνικού Σταθμού»).Η λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού είναι επιτακτικά απαραίτητη την κρίσιμη αυτή περίοδο που όλα έχουν καταρρεύσει. Ο πληθυσμός χρειάζεται να ενημερωθεί αλλά και να καθοδηγηθεί. Η ραδιοφωνική επικοινωνία, οι ανακοινώσεις και οι εντολές που πρέπει να μεταδοθούν ώστε να δώσουν στον πτοημένο λαό την αίσθηση του κράτους. Ήταν διάχυτη η αίσθηση της καταστροφής. Καμιά απ’ τις λειτουργίες την πόλης δεν κινιόταν. Η εντύπωση ήταν φοβερή κι αυτό επηρέαζε βαθιά τους κατοίκους. Ένα δημοσίευμα της ΒΡΑΔΥΝΗΣ της 18ης Ιανουαρίου δίνει παραστατικά την κατάσταση της πόλης αλλά και επισημαίνει την αναγκαιότητα της επικοινωνίας.«Η ΠΟΛΙΣ. Η πόλις πρέπει να επανεύρει τους ρυθμούς της. Την ζωήν της. Διότι η πόλις πρέπει να ζήσει και διότι η στάσις και οι αυλιότητες πρέπει να λησμονηθούν. Ό, τι λοπόν πρέπει να γίνη δια να κυκλοφορήσουν τα τραμ, δια να παραταθή η κυκλοφορία, δια να ανοίξουν όλα τα θέατρα, όλοι οι κινηματογράφοι, δια να εκκαθαρισθούν τα ερείπια, να καθαρισθούν οι δρόμοι, ας γίνη το ταχύτερον. Ίσως δε δια να γίνη χρειάζεται κάποιος συντονισμός όλων των σχετικών προσπαθειών, κάποιο γενικώτερον πνεύμα καθοδηγήσεως».Ήταν επομένως απαραίτητο και για λόγους ψυχολογικούς εκτός από τους πρακτικούς να εμφανιστει, να ακουστεί μέσα στα σπίτια, στα καφενεία και στα άλλα κέντρα η φωνή του κράτους, να επισημανθεί η παρουσία του και να επιδειχθεί η μέριμνά του κι αυτό θα το υπογράμμιζε η λειτουργία της κρατικής ραδιοφωνίας. Με μια είδηση στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ οι Αθηναίοι πληροφορούνταν στις 18 Ιανουαρίου 1945 πως ο ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών δεν θα αργούσε. «Ανεκοινώθη ότι ευθύς ως χορηγηθή ρεύμα εις την περιοχή Λιοσίων, όπου αι εγκαταστάσεις του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών η λειτουργία του υπολογίζεται πως θα αρχίση περί το τέλος της εβδομάδος. Μέχρι τότε θα συνεχίση τας εκπομπάς του ο υπό των Άγγλων εγκατασταθείς πρόχειρος σταθμός». Μπορούμε να φαντασθούμε πως με την άγρυπνη επίβλεψη και την ανυπόμονη προσδοκία του Στέφανου Ελευθερίου τα πάντα θα ήταν έτοιμα στο Ζάππειο για να ξεκινήσει ο σταθμός μόλις πήγαινε το ρεύμα στα Λιόσια.

Μετά τις 20 Ιανουαρίου η Αθήνα αρχίζει να ανακτά τις αισθήσεις της. Πρώτα γενικεύθηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και κινήθηκαν τα τραμ και τότε η πρωτεύουσα έδειξε να βγαίνει απ’ την κωματώδη κατάσταση που βρισκόταν. Ο ραδιοφωνικός σταθμός ξανάρχισε στις 22 του μήνα και οι δυο αυτές ζωτικές λειτουργίς, συγκοινωνία και ραδιοφωνική επικοινωνία έδειξαν πως η ζωή είχε επιστρέψει στην πληγωμένη πόλη. Ο αθηναϊκός πληθυσμός και σε όσα άλλα σημεία ακουγόταν η φωνή του Σταθμού δέχτηκε με μεγάλη ικανοποίηση, ανακούφιση είναι πιο σωστό να πούμε, την επανάληψη της λειτουργίας του κρατικού ραδιοφώνου, δεν ξέρω όμως πόσοι ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσουν τότε τη σημασία που είχε προφτάσει να αποκτήσει το ραδιόφωνο στη ζωή τους και στη ζωή της πόλης. Η αναγγελία της επαναλειτουργίας του Σταθμού αποτελεί ξεχωριστό στοιχείο της αναδρομής μας. ΒΡΑΔΥΝΗ 22 Ιανουαρίου 1945. « Ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών επανέλαβε από σήμερον Δευτέραν την λειτουργίαν του επί μεσαίν κυμάτων – εις μήκος κύματος 392 μέτρων ή 765 χιλιοκύκλων κατά τας εξής ώρας 7-9 και 16-19. Ομοίως αι εκπομπαί επι μεσαίων κυμάτων εις το γνωστόν μήκος κύματος 499 μ. ή 601 χιλιόκυκλοι, θα συνεχιστούν κανονικώς από 12.30- 15.00 και από 12.30 έως 22.00». Ο Χρονόπουλος δεν θέλει να εγκαταλείψει τον αγώνα. Ο πρόχειρος και επισήμως προσωρινώς πομπός συνεχίζει και η Αθήνα βρίσκεται και πάλι με δυο σταθμούς. Το πρώτο πρόγραμμα του επίσημου Σταθμού εμφανίζεται στις εφημερίδες στις 24 Ιανουαρίου και είναι πρόγραμμα τυπικό, πράγμα που δείχνει πως έχει συντεθεί εκ των ενόντων. Χορευτικοί ρυθμοί με αμερικάνικες ορχήστρες, μουσική Σούμπερτ με τους Κορτώ, Τιμπώ, Καζάλς, γνωστά βαλς, κινηματογραφικές επιτυχίες, χαβανέζικη μουσική, συμφωνική συναυλία και τέσσερις εκπομπές ειδήσεων. Ο Ελευθερίου είναι επιφυλακτικός και φαίνεται πως αποφεύγει να πάρει πρωτοβουλίες για το πρόγραμμα, αφού η ανάμιξή του είναι προσωρινή.
Η βελτίωση του προγράμματος όμως είναι στις άμεσες προτεραιότητε, στην ίδια σειρά με την εξασφάλιση οικονομικών πόρων. Τα προβλήματα που αφορούν τη ραδιοφωνία ωστόσο δεν είναι μόνο αυτά. Η προοπτική της ραδιοφωνικής ανασυγκρότησης προβλέπει πολλές βελτιώσεις και προσθήκες και έχει πάρει γρήγορο ρυθμό η διαδικασία για την αντιμετώπισή τους. ΒΡΑΔΥΝΗ 30 Ιανουαρίου 1945
«Κατ’ ανακοίνωσιν του υπουργείου των ΤΤΤ σήμερον το απόγευμα συνέρχεται εις σύσκεψιν το συμβούλιον Ραδιοφωνίας προκειμένου να καθορίση την τιμήν της μηνιαίας συνδρομής των κατόχων ραδιοφώνω. Επίσης το συμβούλιον θα μελετήσει το ζήτημα της βελτιώσεως των εκπομπών του ραδιοφωνικού σταθμού δια εμπλουτισμού του σημερινού προγράμματος. Κατ’ ασφαλείς μας πληροφορίας, μεταξύ των υπηρεσιών του υπουργείου και των αρμοδίων βρετανικών αρχών ήρχισαν προκαταρκτικαί συνεννοήσεις δια την εγκατάστασιν του μεγάλου ραδιοφωνικού σταθμού των 70 κιλοβάτ. Κατά τας αυτάς πληροφορίας μας η τοποθέτησις των κεραιών του μεγάλου ραδιοφωνικού σταθμού, του οποίου δεν να σημειωθή ότι τα μηχανήματα ευρίσκοντο προ ετών ενταύθα, δεν θα τοποθετηθούν εις τα Λιόσια όπου είναι αθ κεραίαι του μικρού σταθμού των 15 κιλοβάτ, αλλά θα τοποθετηθούν ει; Άλλην καταλληλοτέραν θέσιν, ίσως μακράν της περιοχής Αθηνών».Είναι απαραίτητο σ’ αυτό το σημείο να είπωθούν ολίγα για το ραδιοφωνικό μηχάνημα των 70 κιλοβάτ. Είναι γεγονός πως ο Βουλπιώτης έφερε το 1943 απ’ τη Γερμανία τον πομπό με δαπάνη δική του δηλαδή της ΑΕΡΕ και ο οποίος πομπός έμενε από τότε στον Πειραιά, ατελώνιστος και φυσικά αναξιοποίητος . Στο γεγονός αυτό αναφέρεται ο ίδιος ο Βουλπιώτης σ’ ένα φυλλάδιο που τύπωσε και κυκλοφόρησε το 1947 μ’ έναν λίβελο κατά του Αχιλλέα Κύρου διευθυντή της ΕΣΤΙΑΣ, για την εναντιότητα και την καταφορά που εκδήλωσε ο εκδότης εναντίον του. Στο τρισέλιδο αυτό κείμενο με τίτλο: «ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΡΟΣ ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΥΡΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Κ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΟΥ» ο διευθυντής της ΑΕΡΕ αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους απαλλάχθηκε απ’ την κατηγορία του δωσιλογισμού. Παραθέτω ολόκληρο το απόσπασμα διότι συμπληρώνει την εικόνα της προσωπικότητας και της πολιτείας του Βουλπιώτη.
«Κατά την συντακτικήν πράξιν 6/45 της οποίας την νομικήν και ηθικήν αξίαν έκρινον ήδη άλλοι αρμοδιότεροι ρμού είναι ανάξιος Έλην έστω και εκείνος όστις απλώς εχαιρέτησεν Γερμανόν. Άγει όμως εις απαλλαγήν όταν εις μερικούς τοιούτου είδους χαιρετισμούς – ως απεδείχθη εις τας δύο δικάς μου – οφείλονται τα ακόλουθα: α) Η ελευθερία και η ζωή μεγάλου αριθμού Ελλήνων (η ιδική σας κατάθεσις) β) Η διάσωσις περιουσιακών στοιχείων του Ελληνικού Λαού πλέον του ενός εκατομμυρίου λιρών, χωρίς να περιέλθη ουδέ μια εις τα ιδικά μου θυλάκια. γ) Η μεταφορά εκ Γερμανίας εν καιρώ πολέμου (1943) ενός καινουργούς ραδιοφωνικού σταθμού 70 κιλοβάτ χωρίς να επιβαρυνθή το Ελληνικόν Δημόσιον και με μίαν έστω δραχμήν…»
Ο τέταρτος λόγος που επικαλέσθηκε και απέδειξε στις δίκες του ο Βουλπιώτης αποτελεί έκπληξη και αναφέρεται στην αντιστασιακή του δράση.
Το τευχίδιο με την κατά του Αχιλλέα Κύρου καταγγελία συνεχίζει.
«δ) Η παροχή μερικών υπηρεσιών όχι ασημάντων εις τους Συμμάχους δια τας οποίας όχι μόνο καθ’ όν χρόνον παρήχοντο δεν επέτρεψα να τους γνωστοποιηθή ποίος τας παράχει αλλά και μετά την απελευθέρωσιν και κατά τας δύο δίκας μου ακόμη, δεν κατεδέχθην να επικαλεσθώ ουδεμίαν ξενόγλωσσον έγγραφον η προφορικήν μαρτυρίαν…»Είναι γεγονός αναμφισβήτητο λοιπόν πως ο πανίσχυρος άνθρωπος των Γερμανών, ο επίμονος προαγωγός της γερμανικής τεχνολογίας, ο εν λευκώ πληρεξούσιος της ΖΗΜΕΝΣ (γαμπρός του ίδιου του Ζήμενς) και της ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ, ο ανυποχώρητος πολέμιος της βρετανικής τεχνολογικής επέκτασης ήταν στην πραγματικότητα διπλός πράκτορας. Ο γράφων δεν διατηρεί καμιά αμφιβολία πως ο δαιμόνιος αυτός Έλληνας, όταν διείδε τη γερμανική ήττα ανέπτυξε παράλληλα και μια μυστική κατασκοπευτική δράση υπέρ των Συμμάχων. Ένας ελιγμός που αποσκοπούσε όχι μόνο στη μεταπολεμική του επιβίωση αλλά και στις μεθοδεύσεις που προγραμμάτιζε για την διατήρηση της ραδιοφωνικής του επικράτησης. Είχε πεισθεί πως η κυριαρχία των ραδιοφωνικών και στο αμέσως προσεχές μέλλον των τηλεοπτικών μέσων θα εξασφάλιζε ξαναμοίρασμα των χαρτιών μέσα στον αιώνα. Το τόνισε στην συνέντευξή του και οι εξελίξεις τον έχουν δικαιώσει.
Ξαναγυρίζουμε στην κανονική ροή των ραδιοφωνικών γεγονότων τιυ 1945, σύντομα άλλωστε θα συναντήσουμε και πάλι ψηφίδες της τοιχογραφίας του βίου του Βουλπιώτη.
Έχω βρει στο ΕΘΝΟΣ ένα χρονογράφημα του Μωραϊτίνη δημοσιευμένο στις 11 Φεβρουαρίου που είναι τόσο παραστατικό για τη ζωή της Αθήνας, την εικόνα των δρόμων και την ατμόσφαιρα της θλίψης και της αγωνίας που ήταν διάχυτη μετά την κατοχή και την καταιγίδα των Δεκεμβριανών, που σπεύδω να παραθέσω ένα μέρος του. Είναι πολύτιμο γιατί μας βοηθάει να καταλάβουμε την ψυχολογία των κατοίκων και τον ενθαρρυντικό ρόλο που εκαλείτο να παίξει το ραδιόφωνο.
«ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΗ ; Θα περάση πολύς καιρός για να ανακτήση την παληά της όψι η πρωτεύουσα, την όψι που δίνη η ψυχική υγεία. Με άλλους λόγους δύσκολα θα ξανάρθη στη ζωή η Αθήνα που ξέραμε. Η Αθήνα που τραγουδούσε, η Αθήνα με τα χαρούμενα δειλινά της, με τα βράδυα της που το σκοτάδι ήταν ημερώτερο και από το φως. Τώρα η πόλις είναι σαν μια μακροχρόνια πολυώδυνη αρρώστεια στην περίοδο μια αναρρώσεως που όπως φαίνεται θα κρατήση πολύ. . Πρόσωπα ωχρά, σκυθρωπά, με βαθειές ρυτίδες που έσκαψε η αγωνία, ένα πλήθος ανθρώπων κατεστραμένων αλλά ευχαριστημένων γιατί τουλάχιστον ζουν, ένα άλλο πλήθος σιωπηλών, σκεπτικών που πιστεύουν ολίγον και αμφιβάλλουν πολύ και ένα άλλο πλήθος έξαλλων ανθρώπων που τρέχουν για μια κούτα η για μισή οκά μακαρόνια. Αυτός είναι ο αθηναϊκός δρόμος. Πολλοί σιωπούν, ολίγοι φλυαρούν, ελάχιστοι μειδιούν. Οι περισσότεροι διατηρούν την έκφραση της καταπλήξεως. Η τραγωδία υπήρξε καταπληκτικώς πρωτοφανούς αγριότητος. Ερευνάται προχείρως εκεί στη γωνιά του δρόμου η ιστορία. Δεν υπάρχει όμοια περιπέτεια λέγουν. Και συνεχίζουν τον δρόμον τους. Ένα σπίτι που έπεσε. Ένας πατέρας που σκοτώθηκε. Έπειτα έρχονται άλλοι και έπειτα άλλοι. Και όλοι μαζί αποτελούν το μέγα πλήθος των πονεμένων, των βασανισμένων, των πενθούντων που εκήδευσαν μιαν ζωήν η μίαν χαράν. Παρελθόν; Αλλά δεν είναι ακόμη παρελθόν. Ακόμη καταρρέουν οι τοίχοι των ανατιναχθέντων σπιτιών και η πόλις ακόμη κηδεύει…»Σ’ αυτή την ζοφερή ψυχολογία έπρεπε να απευθυνθεί το ραδιοφωνικό πρόγραμμα και να ανατρέψει τη διάχυτη κατάθλιψη. Καθήκον του ραδιοφώνου ήταν να ενημερώσει και να καθοδηγήσει τους ρυθμούς της ανόρθωσης της χώρας. Ο πολίτης είχε ανάγκη να αισθανθεί το κράτος συμπαραστάτη στα δεινά και σύντροφο ευχάριστο στη μελαγχολία του και αυτά μόνο το ραδιόφωνο ήταν σε θέση να τα εξασφαλίσει. Οι πρώτοι μήνες του 1945 ήταν μια περίοδος που το ραδιοφωνικό μέσο είχε αυξήσει τον κοινωνικό του ρόλο στο κατακόρυφο. Γι ‘ αυτό και η ανασυγκρότηση της ραδιοφωνίας ήταν επείγουσα προτεραιότητα. Μια είδηση στη ΒΡΑΔΥΝΗ Της 3ης Φεβρουαρίου πιστοποιεί πως το ενδιαφέρον για την όλη λειτουργία όλου του μηχανισμού ήταν θερμή και άμεση.
«Κατ’ ανακοίνωσιν του υπουργού των ΤΤΤ κ. Σακελλαροπούλου, κατά την χθεσινήν σύσκεψιν οι συνδρομαί του ραδιοφώνου ωρίσθησαν δια τον μήνα Ιανουάριον δρχ 100, δια τον Φεβρουάριον 200 και τον Μάρτιον 250. Δια τους άλλους μήνας πιστεύεται ότι θα ελαττωθή η μηνιαία συνδρομή διότι θα αυξηθούν οι συνδρομηταί και κατά συνέπειαν τα έσοδα τηε εταιρίας θα επιτρέψουν την μείωσιν του ποσού. Δέον να σημειωθή ότι εκ των 80.000 συνδρομητών μόνον περί τας 15 000 υπάρχουν σήμερον». Με τη στάση του Δεκεμβρίου οι ακροατές αποδεκατίσθηκαν ή μήπως η απώλεια 65.000 συνδρομητών προκύπτει από σύγκριση με τα προπολεμικά δεδομένα.
Τα τυπικά προγράμματα που μετέδιδε τις πρώτες μέρες ο σταθμός αρχίζουν να πλουτίζονται και η ραδιοφωνική λειτουργία απλώθηκε ψυχαγωγική ανάμεσα στον πληθυσμό. Προστίθενται εκπομπές ευχάριστες κι όλα δείχνουν πως το κλίμα αρχίζει να αναστρέφεται. Στις 14 Φεβρουαρίου διαβάζουμε στη ΒΡΑΔΥΝΗ πως... « Η γνωστή καλλιτέχνις του μουσικού θεάτρου κ. Ρίτα Δημητρίου, μετά διετείς σπουδάς φωνητικής παρά της κ. Ιντάλγκο και εκμάθησιν της γαλλικής και αγγλικής καθιέρωσε εβδομαδιαία προγράμματα εις τον ραδιοφωνικόν σταθμόν Αθηνών. Ήσαν δε μεγάλη έκπληξις δια τους ακροατάς του ραδιοφώνου τα αγγλικά και γαλλικά τραγούδια τα οποία εξετέλεσεν χθες». Η φροντίδα για την ενίσχυση του προγράμματος και με εκπομπές επιμορφωτικές σημειώνεται από ένα ακόμη δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας την επομένη. «Από της προσεχούς Κυριακής αρχίζουν τακτικαί ραδιοφωνικαί ομιλίαι του υπουργείου Παιδείας. Αι ομιλίαι θα αναφέρονται εις θέματα εθνικά, ιστορικά, κοινωνικά, εθνικής οικονομίας, υγιεινής και θετικών γνώσεων καθώς και εις την ενημέρωσιν εκ της συγχρόνου πνευματικής μας ζωής. Αι εκπομπαί θα μεταδίδονται Κυριακήν, Τίτην και Παρασκευήν 5-5.10 μ.μ.» . Ωστόσο ελλέιψεις υπάρχουν ακόμα αρκετές στο πρόγραμμα. Οι ανάγκες του κόσμου είναι πολλές και μεγάλες και παρά την προσπάθειες των υπευθύνων, η προσφορά του ραδιοφώνου κρίνεται ακόμα ανεπαρκής συγκριτικά με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις. Από διάφορες θέσεις εκφράζονται απόψεις και επικρίσεις, προτάσεις και πιέσεις, καθώς όμως φαίνεται αντικειμενικές δυσκολίες πάσης φύσεως εμποδίζουν την μεγαλύτερη βελτίωση του προγράμματος και μοιραία οι εξελίξεις καθυστερούν. Πρέπει εδώ να σμειωθεί πως ανάλογες πιέσεις ασκούνται από τον Τύπο προς κάθε τομέας της δημόσιας ζωής, γιατί οι δημοσιογράφοι, τότε περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά, εκφράζουν το δημόσιο αίσθημα που είναι επιτακτικό για την γρήγορη επαναφορά της χώρας σε φυσιολογικούς ρυθμούς.
Ο Δ(ημήτρης) Κ. Ε(υαγγελίδης) θεατρικός συγγραφέας και αρθρογράφος του ΕΘΝΟΥΣ δημοσίευσε στις 17 Μαρτίου ένα σχόλιο με τίτλο ΕΝΑ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ που το παραθέτω ολόκληρο γιατί είναι πολύ κατατοπιστικό γι’ αυτή τη φάση της ταδιοφωνικής ιστορίας. « Η Κατοχή επέρασε. Η τραγωδία της Στάσεως ετελείωσε. Αι Αθήναι είναι πρωτεύουσα του ελευθέρου ελληνικού κράτους και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός οφείλει να επανεύρη την τροχιάν του. Να είναι δηλαδή το ουσιωδέστερον μέσον της εθνικής μας διαφωτίσεως και συγχρόνως η μορφωτική ψυχαγωγία του ελληνικού λαού. Δυστυχώς ο Ραδιοφωνικός Σταθμός τα έχει όλα εγκαταλείψει εις μίαν ρουτίναν αρνητικής αποδόσεως και μετεβλήθη απλώς εις προφορικήν εφημερίδα ωσάν να ετέθη σκοπός της υπάρξεώς του ο συναγωνισμός του ημερήσιου Αθηναϊκού Τύπου, ιδίως του πρωϊνού. Παίρνει τις ειδήσεις, εξωτερικές και εξωτερικές, τις λέει «περιληπτικώς», τις ξαναλέει «εν λεπτομερεία» και πάλιν περιληπτικώς και κατόπιν τίποτα…». Το άρθρο του Ευαγγελίδη υποκινείται ασφαλώς και από τη δυσφορία των εφημερίδων που τώρα, σε ελεύθερο καθεστώς, μπορούν να εκφράσουν την δυσαρέσκειά τους για τον ανταγωνιστή που η τεχνολογική εξέλιξη απροσδόκητα τους τον εμφάνισε. Ο αρθρογράφος εκφράζει επίσης την αντίδραση των θεατρικών συγγραφέων, τους οποίους το συντηρητικό πρόγραμμα κρατάει απ’ έξω. Πιο πολύ όμως εκφράζει την κοινή ανάγκη για ραδιόφωνο ευρύτερου φάσματος. Ας δούμε το άρθρο παρακάτω.
«Μουσική τίποτα, ομιλίες τίποτα, πατριωτικά σκετς τίποτ. Διαφημίσεις ναι. Ίσως μας πει η αρμόδια υπηρεσία: Δεν έχετε δίκηο. Και ομιλίες έχουμε και μουσικήν έχουμε. Ιδού τα προγράμματα και λέτε ανακρίβειες. Σύμφωνοι αλλά έχετε κακές ομιλίες – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και κακήν μουσικήν εκτός τριών χορευτικών «φοξ». Μια πρόχειρος έρευνα μας πληροφόρησε περί υπάρξεως εις το συμβούλιον αρίστων πολιτών και αξιοπρεπεστάτων κυρίων, οι οποίοι όμως είναι αναρμόδιοι. Είναι ιατροι, οδοντίατροι και δικηγόροι. Δεν γνωρίζουν από ραδιοφωνίαν, από εθνικήν διαφώτισιν, από καλλιτεχνίαν, από θέατρον, από μουσικήν. Να μείνουν και αυτοί. Να προσληφθούν όμως οι αρμόδιοι: π.χ ο Μωραϊτίνης, ο Μελάς, ο Ιωαννόπουλος, ο Καλομοίρης, ο Ζώρας, ο Ψαρούδας, ο Φαραντάτος, ο Χαιρόπουλος, ο Γιαννίδης, οι λαμπροί παλιοί και νέοι άνθρωποι των γραμμάτων και της τάχνης, εθνικισταί η έντιμοι αριστεροί που θα κάμουν τέχνην, ελληνική τέχνην και ελληνικήν διαφώτισιν, με πείσμα, με έμπνευσιν και με όρεξιν».Να και ένα κήρυγμα υπερκομματισμού. Είναι η πρώτη φορά που ακούγεται μια τέτοια προτροπή και ίσως η μοναδική στα χρόνια εκείνα. Από κει και πέρα θ’ αρχίσουν απηνείς διωγμοί, μέχρι βαθμού υστερίας, για να αποκλειστούν οι αριστερολι, οι και καθ’ υποψίαν, από το ραδιόφωνο. Το προσκλητήριο του Ευαγγελίδη είναι πανεθνικό, προτείνει να πρυτανεύσει η αξιοκρατική επιλογή και μια συστράτευση για μια πολυφωνική και πραγματικά εθνική ραδιοφωνία. Ας δούμε την ενδιαφέρουσα συνέχεια του άρθρου.
«Την στιγμήν αυτήν ιδιαιτέρως, το Έθνος έχει ανάγκην από έναν άρτιον και άριστα διοργανωμένον ραδιοφωνικόν σταθμόν. Θα χρειασθούν όλοι οι συνεργάται. Αυτοί που θα απαντούν εις τον ραδιοφωνικόν σταθμόν της Σόφιας, που θα ακούουν προσεκτικά τι λένε τα «ερτσιανά» όταν μεταφέρουν την φωνήν των εχθρών της Ελλάδος στα διάφορα μέρη του κόσμου. Θα ακούουν και όλους τους άλλους σταθμούς,. Την Μόσχαν, το Λονδίνον, την Αμερικήν, την Τουρκίαν, την Γιουγκοσλαβίαν, την Ιταλίαν. Και δεν θα αφήνουν αναπάντητο τίποτε από ό,τι θα ηδύνατο αμέσως η εμμέσως να συκοφαντήση την Ελλάδα και να βλάψη τα συμφέροντά της. Υπάρχουν και αυτοί. Πολιτευόμενοι, καθηγηταί, στρατηγοί, λόγιοι. Ας τους εύρουν και ας τους χρησιμοποιήσουν. Δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ο Σταθμός μας συνεχίζων την την περίοδον της επαισχύντου εκείνης ΑΕΡΕ.». Μια απ’ τις ανάγκες που πίεζαν για την αναδιοργάνωση της ραδιοφωνίας ήταν ασφαλώς να αναχαιτισθεί η προπαγάνδα των βαλκανίων κομουνιστικών κρατών. Καο ο Δημήτρης Ευαγγελίδης προσθέτει το εθνικό αυτό ζήτημα κατακλείδα στο άρθρο του.
Και για να μην απομακρυνόμαστε απ’ τον Βουλπιώτη, αφού ο βίος του ήταν συνυφασμένος με την ιστορία της ραδιοφωνίας, ας διαβάσουμε τι γράφει η ΒΡΑΔΥΝΗ στις 27 Μαρτίου 1945 σχετικά με την κατηγορία για την οποία είναι προφυλακισμένος.
«Ο υπασπιστής του αρχηγούν των εθνικών ανταρτικών δυνάμεων της Ελλάδος στρατηγού Ναπ. Ζέρβα μετέβη εις τον επί της διώξεως των δωσιλόγων κ. ειδικόν επίτροπον και έλαβε γνώσιν του περιεχομένου της καταθέσεως στρατηγού Στυλιανού Γονατά εις την υπόθεσιν Βουλπιώτη. Ο κ. υπασπιστής διέψευσεν εις τον κ. επίτροπον το κατατεθέν ότι ο προφυλακισθείς Ι. Βουλπιώτης, διευθυντής της Ραδιοφωνικής Εταιρίας Ελλάδος, είχε βοηθήσει τον στρατηγό Ζέρβαν κατά την διάρκειαν της Κατοχής».Ότι και να κατέθεσε ο κ. υπασπιστής, εφ’ όσον ο Βουλπιώτης ισχυρίσθηκε πως βοήθησε τον Ζέρβα, είναι βέβαιο για τον γράφοντα πως αναμφισβήτητα το έπραξε. Και το έπραξε ακριβώς για να το επικαλεσθεί σε μια τέτοια περίσταση. Η συγκρότηση της προσωπικότητας του και της διαδρομής του δεν αφήνουν περιθώρια για ψευδείς ισχυρισμούς. Στο μεταξύ το πρόγραμμα του σταθμού έχει διαμορφωθεί σε ένα στερεότυπο που με ελάχιστες μεταβολές θα συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα. Το αμετάβλητο πλαίσιο σχηματίζεται από τις παρακάτω σταθερές εκπομπές: Ορχήστρα το μεσημέρι και μετά ειδήσεις για τους Άγγλους και μετά ειδήσεις για τους Έλληνες και εκπομπή για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Κι ακολουθούν ελαφρά τραγούδια, μουσική και πάλι ειδήσεις. Κάτι έκτακτο στις 7 Απριλίου είναι μια μετάδοση αγγλοελληνικής ποδοσφαιρικής συνάντησης και ακολουθούν γαλλική εκπομπή, μουσική, ειδήσεις, ομιλία, δίσκοι κατ΄εκλογήν των ακροατών, η μόνιμη εκπομπή «Οι καλλιτέχναι μας στο μικρόφωνο» στις 7 μ.μ. και μετά ένας αόριστος και ευρύχωρος τίτλος «Ποικιλία» και ειδήσεις στα αγγλικά, ειδήσεις στα ελληνικά, ομιλία, ρεσιτάλ πιάνου, τραγούδια, ειδήσεις κι άλλη μια σταθερή εκπομπή με ελαφρό πάντα περιεχόμενο και με τίτλο «Ελάτε μαζί μας απόψε» και εν τέλει μελωδίες και ρυθμοί. Ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα με ενισχυμένο το σκέλος της ψυχαγωγίας, της εθνικής προπαγάνδας (δύο ομιλίες) και φροντίδα για τακτική ενημέρωση Ελλήνων, Άγγλων και λοιπών γαλλοφώνων.
Φυσικά η συγκρότηση των προγραμμάτων δεν είναι αυθαίρετη, αφημένη στη βούληση κάποιου ειδικού η καμιάς σχετικής επιτροπής. Υπάρχει κρατικός σχεδιασμός που αποφασίζει για το τι και ποιος. Μαζί με την απολύτως απαραίτητη διοικητική ένταξη της ραδιοφωνίας σε κάποιον φορέα η κυβέρνηση παίρνει υπό τον έλεγχό της κάθε τι που εκπέμπεται από το Σταθμό. Το αγκαζάρισμα δεν είναι τόσο σφιχτό, οπωσδήποτε όμως με μια συντακτική πράξη η πρόθεση του καθαστώτος δεν αμφισβητείται. ΕΘΝΟΣ 4 Απριλίου 1945
«Η ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΤΤ. Υπό του υπουργικού Συμβουλίου ενεκρίθη συντακτική πράξις δια της οποίας η όλη διοίκησις της ραδιοφωνίας υπάγεται εις το υπουργείον ΤΤΤ. Ειδικώς ορίζεται ότι ο καταρτισμός και ο έλεγχος του προγράμματος, των διαλέξεων πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου θα υπάγεται εις την διεύθυνσιν Τύπου και Πληροφοριών του υπουργείου Εξωτερικών».Οπότε το ραδιόφωνο βρίσκεται υποκείμενο σε δυο κρατικές αρχές. Την περίοδο αυτή εμφανίζεται ένας συνδιευθυντής και ένας ακόμη λειτουργός της κρατικής μηχανής, ο Ιωάννης Μπέτος, που αναλαμβάνει κάποιους τομείς. Έχει προηγηθεί ωστόσο μια καίρια επέμβαση του Ελευθερίου που από την ανακοίνωση στον Τύπο ο πρωταγωνιστής της ραδιοφωνικ΄ης μας εποποιίας φωτογραφίζεται πιστότατα. ΕΘΝΟΣ 2 Απριλίου 1945. «Κατά την συνεργασίαν του υπουργού της Συγκοινωνίας κ. Σακελλαρόπουλου μετά του διευθυντού της ραδιοφωνίας κ. Ελευθερίου απεφασίσθη η μείωσις του ποσού της συνδρομής των καόχων ραδιοφώνων από 250 δρχ. μηνιαίως εις 150. Δικαιολογών ο κ. υπουργός το ληφθέν μέτρον ανακοίνωσε τα εξής: Το Κράτος αναγνωρίζει ότι η κατοχή ραδιοφώνου δεν αποτελεί πολυτέλειαν δια τούτο και μελλοντικώς θα καταβάλη κάθε δυνατήν προσπάθειαν, εις τρόπον ώστε το κοινόν να διευκολυνθή εις την απόκτησιν ραδιοφώνου χωρίς να υφίσταται σοβαράν χρηματικήν επιβάρυνσιν».

Μπαίνοντας στο Μάϊο βρισκόμαστε μπροστά σε σειρά διαδικασιών που η κατάληξή τους θα είναι η σταθεροποίηση μιας μορφής της εθνικής ραδιοφωνίας. Όπως είναι φυσικό και εξ αιτίας ενός κύματος γενικότερης ασάφειας που επικρατεί μόλις πέντε μήνες από την Απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά, ο προβληματισμός για τη ραδιοφωνία δεν είναι συγκεκριμενοποιημένος. Ωστόσο, πριν αρχίσουμε να παρακολουθούμε τη σειρά των εξελικτικών αυτών γεγονότων, ας στρέψουμε την αφήγησή μας που δεν είναι καθόλου μακριά απ’ τα ενδιαφέροντα της αφήγησής μας. ΕΘΝΟΣ 11 Μαΐου 1945. «ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ. Δυνάμει εντάλματος του αρμοδίου ανακριτού συνελλήφθη η καλλιτέχνης της σκηνής Μαίρη Βεάκη, κόρη του ηθοποιού Αιμιλίου Βεάκη. Η Μαίρη Βεάκη κατηγορείται δι ηθικήν ευθύνην εις φόνους κατά την διάρκειαν της Στάσεως εναντίον της δε υπάρχει μήνυσις δια την σύλληψιν επτά υπαλλήλων της ραδιοφωνίας. Η Μαίρη Βεάκη έχει σπουδάση εις τον εν Ρωσσία Πανεπιστήμιον του Κούτβ όπου παρηκολούθησε ειδικά μαθήματα κομουνιστικής προπαγάνδας». Τι σχόλιο να κάνουμε σ’ αυτή την είδηση έπειτα από 65 χρόνια. Ας περιοριστούμε να σημειώσουμε πως οι αντικομουνιστικές υπερβολές είχαν αρχίσει.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008


ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ
ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΕΤΜΕΖΑΣ
Οι ζυμώσεις για την ριζική αναδιάρθρωση της Ραδιοφωνίας ξεκίνησαν από τον Απρίλιο αφού είχε γίνει πλέον συνείδηση σε πολλούς πως έπρεπε να συσταθεί ένας αυτόνομος οργανισμός μια και είχαν ήδη δοκιμασθεί τρεις μορφές που εμφάνισαν αρκετά προβλήματα. Ο Στέφανος Ελευθερίου ήταν ο πρώτος που υποστήριξε την ανεξαρτοποίηση του ραδιοφώνου και κατά την εισήγησή του ο ραδιοφωνικός οργανισμός θα συμπεριλάμβανε κι άλλους σταθμούς σε πρωτεύουσες νομών (ΕΘΝΟΣ 21 Μαΐου 1945). Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται στη ΒΡΑΔΥΝΗ στις 24 Μαΐου πως «εις αντικατάστασιν της Ραδιοφωνικής Εταιρείας μελετάται η ίδρυσις κρατικού οργανισμού…» Και επειδή έχουν αρχίσει διαμαρτυρίες για την κακή λήψη των εκπομπών η ανακοίνωση συμπληρώνει πως «όσον αφορά την παρατηρουμένην εξασθένισιν της αποδόσεως οφείλεται εις την χρήσιν μικρών κεραιών εις αντικατάστασιν των μεγάλων αι οποιαι κατεστράφησαν…»Στις 28 Μαΐου ο Τύπος επανέρχεται με την προσθήκη πως στις ραδιοφωνικές προοπτικές θα συμβάλουν και οι συμμαχικές αρχές και την επομένη το ΕΘΝΟΣ μ’ ένα σχόλιο τονίζει πως η ενίσχυση της εμβέλειας του ελληνικού σταθμού είναι κεφαλαιώδους σημασίας και υπογραμμίζοντας πως η χώρα μας απουσιάζει ουσιαστικά απ’ την κοινωνία των ερτζιανών κι αυτό είναι μια μεγάλη εθνική έλλειψη, συμπληρώνει: «... Με τον νέο σταθμόν των 70 κιλοβάτ η Ελλάς θα αποκτήση την φωνή που της αρμόζει. Δια να διακηρύξη τα δίκαιά της, δια να υπερασπίζη τα συμφέροντά της και να επικοινωνή με τα εν διασπορά τέκνα της. Υπό τον όρον βεβαίως ότι εκ παραλλήλου προς την τεχνικήν ενίσχυσιν θα ανακαινισθή εκ βάθρων και το πρόγραμμα των ραδιοφωνικών εκπομπών».Ήταν πράγματι απολύτως απαραίτητη η ενίσχυση της εθνικής φωνής. Με την ισύ των 15 κιλοβάτ η Ελλάδα ήταν ουσιαστικά άφωνη. Αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου είχε εγκατασταθει μια νέα επικοινωνιακή πραγματικότητα. Σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, που οι σχέσεις όλων των κρατών ήταν ισορροπιστικές, που δηλώσεις και ανακοινώσεις, προτάσεις και απαντήσεις, προερχόμενες από κάποιες χ’ωρες και απευθυνόμενες προς κάποιες άλλες, διασταυρώνονταν στον ευρωπαϊκό ορίζοντα δεκάκις καθημερινά, όπου οι θέσεις των κυβερνήσεων έπρεπε να τονίζονται, να αποσαφινίζονται και να αντιτάσσονται με αμεσότητα η Ελλάδα ήταν βουβή. Μια ειδική αναγκαιότητα περισσότερο απαιτητική αφορούσε τα Βαλκάνια. Επισφαλέστατες ήταν οι σχέσεις μας με τους γείτονές μας κυρίως με τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαυία, λιγότερο με την Αλβανία κι ακόμα λιγότερο με την Τουρκία που ήταν υποτίθεται με την πλευρά των συμμάχων. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί της Μόσχας, της Σόφιας, του Βελιγραδίου έριχναν εμπρηστικά συνθήματα στους μεθοριακούς πληθυσμούς και υποδαύλιζαν αναταραχές. Η Ελλάδα δεν είχε τη δύναμη ν’ απαντήσει αφού ένταση του σταθμού της έφτανε λίγο μακρύτερα από τα όρια της Αττικής. Μέσα σε μια χαώδη από διοικητική άποψη κατάσταση, με γερμανικά στρατιωτικά τμήματα να βρίσκονται ακόμα εγκαταλειμμένα και ένοπλες ανταρτκές ομάδες Ελλήνων να συγκροτούνται σε διάφορα σημεία της χώρας, με την κρατική μηχανή να προσπαθεί να περάσει τους ιμάντες και να κινήσει τους τροχούς σ’ όλη την επικράτεια, το ραδιόφωνο ήταν και για το εσωτερικό πρωταρχικής σημασίας.
Οι στρατιωτικές διαταγές και οι κυβερνητικές ανακοινώσεις, οι καθοδηγητικές ομιλίες των ειδικών με συμβουλές για την υγεία, τη γεωργία και άλλους βιοτικούς τομείς ήταν απαραίτητο να διανέμονται άμεσα σ’ όλη την Ελλάδα. Οι εφημερίδες τόνιζαν καθημερινά σχεδόν την επείγουσα αναγκαιότητα, την θετική αντιμετώπιση του ραδιοφωνικού ζητήματος. Οι δημοσιογραφικοί κάλαμοι πίεζαν με έντονη αρθραογραφία ώστε το πρόβλημα να πάρει την προτεραιότητα που έπρεπε.
Η δημοσιογραφική ευαισθησία και η μαχητικότητα συνάντησαν ταυτόσημη κυβερνητική βούληση και άρχισαν αυτόματα να δρομολογούνται οι εξελίξεις στον τομέα της ραδιοφωνίας. Παραθέτω αυτούσιο το δημοσίευμα του ΕΘΝΟΥΣ της 30 Μαΐου 1945 όπου εμφανίζεται ολόκληρο το ραδιοφωνικό ζήτημα με όλες του τις παραμέτρους και τους σχεδιασμούς που αντιστοιχούν σε κάθε μια.
«Το υφυπουργείον Τύπου και Πληροφοριών ανακοινοί τα εξής: Τα εσχάτως και παλαιότερα διατυπωθέντα δίκαια παράπονα επί της ισχύως των εκπομπών του ραδιφωνικού σταθμού Αθηνών, αποτέλεσαν και αποτελούν κύριον αυτού μέλημα εφ’ όσον δια του νεαρού νόμου 308 ανέλαβεν την διοίκησιν της ραδιοφωνίας. Το υφυπουργείον Τύπου αφού δια σειράς συντακτικών και νομοθετικών μέτρων έλυσε το από της απελευθερώσεως εκρεμούν ζήτημα της επί κατοχής υπογραφείσης συμβάσεως ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ και της αποτόκου αυτής ΑΚΡΣ χωρεί ήδη, βάσει συγκεκριμένου τεχνικού προγράμματος, εις την λύσιν του ραδιοφωνικού προβλήματος. Αι εργασίαι επαυξήσεως της ήδη χαμηλής ακτινοβολουμένης ισχύος του υπό των Γερμανών καταστραφέντος Ραδιοφωνικού Σταθμού Λιοσίων ευρίσκονται εις το πέρας των. Αι από της απελευθερώσεως εγκαταλειφθελισαι εις την τύχην τωνεγκαταστάσεις των ραδιοφωνικών θαλάμων Ζαππείου ήρχισαν ανασυγκροτούμεναι. Εκ παραλλήλου και εντός τριμήνου άρχεται η εγκατάστασις και προοδευτική λειτουργία τριών νέων ραδιοφωνικών σταθμών εις Θεσσαλονίκην, Κέρκυρα και Κομοτινήν δια την εξυπηρέτησιν των επιτακτικών αναγκών διαφωτίσεως των βορείων συνόρων. Έτεροι δυο σταθμοί εγκαθίστανται εις δυο άλλα σημεία της Επικράτειας ευθύς ως περατωθ’η η εγκατάστασις των τριών πρώτων. Το όλον σχέδιον εγκαταστάσεως προβλέπεται να συμπληρωθή εντός δέκα μηνών από της 1ης Ιουνίου».Οι κρατικοί προγραμματσμοί και οι εξαγγελίες, όσον αφορά τουλάχιστον σε χρονικές προθεσμίες, κατά κανόνα πέφτουν έξω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως οι χρονικές παραβιάσεις για τον σταθμό Θεσσαλονίκης μόνο, δεν ήταν μεγάλες. Ο Σταθμός της μακεδονικής πρωτεύουσας δε λειτούργησε στο προβλεφθέν διάστημα του δεκαμήνου, δεν άργησε όμως υπερβολικά. Τις άμεσες ανάγκες τις κάλυπτε εν τω μεταξύ ο Σταθμός του Τσιγκιρίδη, ενώ στην Αθήνα γίνονταν οι απαραίτητες προετοιμασίες. Είναι αναμφισβήτητο πάντως ότι η αναγκαιότητα των περιφερειακών δικτύων, στις παραμεθόριες κυρίως περιοχές είχε απολύτως συνειδοτοποιηθεί. Είναι χρήσιμο να γνωρίσουμε την κυβερνητική αντίληψη όπως διατυπώνεται μέχρι τέλους του δημοσιεύματος. «Αναφορικώς με τα μηχανήματα δι ών επαυξάνεται η ισχύς του ήδη σταθμού 15 κιλοβάτ εις 70 το υφυπουργείον Τύπου ανακοινοί ότι η εργασία αυτή επαυξήσεως, μακράς πνοής ως εκ της φύσεώς της ευρίσκεται εις το πρώτον στάδιον του ραδιοηλεκτρικού καθαρισμού της θέσεως εις την οποίαν θα μεταφερθεί αναγκαστικώς ο νέος ούτος εθνικός πομπός. Η εργασία αύτη προηγείται οπωσδήποτε πάσης ενάρξεως κατασκευής. Δεν προβλέπεται έναρξις του πομπού τούτου των 70 κιλοβάτ προ της παρελεύσεως 20μήνου. Δεδομένου ότι η φωνή των εθνικών μας δικαίων την παρούσαν στιγμήν των διεθνών διεκδικλησεων οφείλει να ακούεται επιβλητική και συνεχής έξω των ορίων του κράτους, εγένοντο τα κατάλληλα διαβήματα και αναμένεται η τελική απάντησης ήτις ελπίζεται ότι δεν θα βραδύνει, δια την χρησιμοποίησιν υπό του κράτους των ισχυρώνσταθμών βραχέων κυμάτων της Παλλήνης. Η σχετική υπηρεσία εκπομπών προς το εξωτερικόν και οι ειδικοί προς τούτο ραδιοφωνικοί θάλαμοι έχουν ήδη οργανωθή. Ουτως ελπίζεται ότι η φωνή των Αθηνών συντόμως θα ακουσθή εις Ευρώπην και μέσω Λονδίνου εις Αμερικήν».Οι συσκέψεις για τη διαμόρφωση ενός σχεδίου λειτουργίας του Σταθμού οδήγησαν σε μια απόφαση που χαρακτηρίστηκε τραγελαφική. Θα ήταν μεν κρατικός οργανισμός ο σταθμός, αλλά όσον αφορά την τεχνική του υπόσταση θα εξαρτιόταν από το υπουργείο ΤΤΤ και το υφυπουργείο Τύπου θα είχε την ευθύνη των προγραμμάτων του. Το πρώτο υπουργείο διέθετε το κατάλληλο και ειδικευμένο προσωπικό και το δεύτερο δεν ήταν δυνατό να παραχωρήσει αυτεξουσιότητα στα θέματα πληροφόρησης και προπαγάνδας. («ΕΘΝΟΣ» 7 Ιουνίου 1945). Με βάση ένα τέτοιο μοντέλο ανατέθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες η σύνταξη σχετικού νόμου. Ο φόβος για απόλυτη η έστω σχετική αυτονομία στον τομέα των ειδήσεων και της πληροφόρησης εν γένει δεν ήταν υπερβολικώς αν λάβουμε υπ’ όψη το κλίμα της εποχής. Το κράτος δεινοπαθούσε από τη χαώδη κατάσταση που επικρατούσε σε όλο το πλέγμα της πληροφόρησης που άρχιζε από από τις ανεξέλεγκτες φήμες και διαδόσεις, τα «χωνιά» που κραύγαζαν όλη μέρα συνθήματα, αποκαλύψεις και καταγγελίες των αριστερών θέσεων, τις εφημερίδες, ευκαιριακές και κατεστημένες, που δημοσίευαν διαπρύσια άρθρα ανάλογα με την τοποθέτησή τους και τους ξένους σταθμούς, ανατολοκούς και δυτικούς, που έστελναν στον Έλληνα ακροατή πληροφόρηση και προπαγάνδα διυλισμένη ανάλογα με τις σκοπιμότητές τους.

Όσοι θεωρούσαν δικαιολογημένες τις εξαρτήσεις του ραδιοφωνικού σταθμού από την κρατική καθοδήγηση και όσοι φαντάσθηκαν έναν οργανισμό με μια σχετική ανεξαρτησία, διαβάζοντας για το διπλό αγκαζάρισμα αντέδρασαν. Είναι χαρακτηριστικό το δημοσίευμα της ΒΡΑΔΥΝΗΣ (9 Ιουνίου 1945) όχι μόνο γιατί εκφράζει την αντίδραση της κοινής γνώμης αλλά και επειδή προβάλλει μια νοοτροπία των ραδιοτηλεοπτικών αρχόντων που θα εμφανιστεί πολλές φορές στα επόμενα χρόνια, ακόμα και σε χρονολογίες που φθάνουν το τέλος του 20ου αιώνα. Από τότε για τα ραδιοφωνικά προβλήματα καταφεύγαμε στην αυθεντία του ξένου ειδικού. Πόσες φορές για τα ραδιοφωνικά και αργότερα για τα τηλεοπτικά μας αδίεξδα, απότοκα των δικών μας σφαλμάτων και ελαττωμέτων δεν έχουμε ζητήσει λύσεις από ξένους ειδικούς;
«ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ. Υπάρχει εν σχέδιον συντακτικής πράξεως τραγελαφικόν δια την οργάνωσιν της Ραδιοφωνίας. Κανείς δεν εννοεί από την ανάγνωσιν του σχεδίου, εάν ο νομοθέτης θέλει την Ραδιοφωνίαν αυτόνομον οργανισμόν διοικούμενον από διοικητικόν συμβούλιον η εάν θέλη κρατικήν υπηρεσίαν εξαρτωμένην απ’ ευθείας από τον υπουργόν. Διότι και τα δυο έχει μέσα το σχέδιον. Το συμπέρασμα είναι ότι ουδείς γνωρίζει εν Ελλάδι περί Ραδιοφωνίας και καλόν θα ήτο να μετακληθή ένας ξένος ειδικός οργανωτής για ένα δυό χρόνια να βάλη στον σωστόν τεχνικόν και διοικητικόν δρόμον το όλον ζήτημα και να σταλούν και ένας δυό νέοι να καταρτσθούν αρμοδίως εάν θέλωμε, έστω και μετά από λίγα χρόνια να έχωμε Ραδιοφωνία». Τα δημοσιεύματα σχετικά με τον νόμο περί Ραδιοφωνίας είναι απανωτά. Οι πληριφορίες ωστόσο είναι ασαφείς και το σχήμα που μελετάται είναι αβέβαιο. Από τον Απρίλιο έχει ανατεθεί ο σχεδιασμός ενός νόμου. Εντολοδόχος ήταν ο Ηρακλής Πετμεζάς, πρώην ασφαλιστής, άνθρωπος δραστήριος και δημιουργικός, συνεργάτης του Ζέρβα και στέλεχος του ΕΔΕΣ που είχε φυλακισθεί από τους Γερμανούς στο Χαϊδάρι. Είχε πάρει μια ανοιχτή εντολή από τον υπουργό Εξωτερικών επί κυβερνήσεως Πλαστήρα, Ιωάννη Σοφιανόπουλο. Η εντολή προς τον Πετμεζά ανανεώθηκε από τον Δ. Ζακυνθινό, υπουργό Τύπου της κυβέρνησης Βούλγαρη που διαδέχθηκε τον Πλαστήρα. Σ’ αυτή τη φάση αναμίχθηκε στη μελέτη του ραδιοφωνικού ζητήματος και ο γνωστός μας καθηγητής του Πανεπιστημίου Μιχάλης Αναστασιάδης, ο οποίος πρόσφερε πολύτιμες τεχνικές γνώσεις. Αφού ο Ηρακλής Πετμεζάς είχε ολοκληρώση ως τα μέσα Μαΐου έναν κύκλο επαφών και συνομιλιών με διάφορα πρόσωπα συνδεόμενα με τα ραδιοφωνικά, με κύριους συμπαραστάτες ασφαλώς Ελευθερίου και Μπέττο, οπωσδήποτε και με το Δημήτρη Χρονόπουλο, αρχίζει πλέον η διαμόρφωση του κρατικού ραδιοφωνικού φορέα. Εισακούσθηκε αναμφισβήτητα η γνώμη του Στέφανου Ελευθερίου αλλά είναι φανερό πως ο ρόλος του έχει ελαττωθεί σημαντικά. Η διεύθυνση Ασυρμάτου του υπουργείου απομακρύνεται από τη Ραδιοφωνία απ’ αυτό το σημείο και πέρα. Ασχολείται ασφαλώς με τα ευρύτερα προβλήματα αλλά με τη μελέτη του νόμου για τι Ίδρυμα σύμβουλος στα τεχνικά είναι ο Μιχάλης Αναστασίου και απόλυτος άρχων ο Πετμεζάς. Πόσο σημαντικό ρόλο ο συμμαχικός παράγοντας δεν είμαστε σε θέση να το ξέρουμε, δεν χωράει όμως καμιά αμφιβολία πως ήταν ρόλος αποφασιστικής σημασίας. Δεν πρέπει να ξεγελιόμαστς απ’ την αθωότητα που δείχνουν τα δημοσιεύματα όπως το απόσπασμα που ακολουθεί. ΕΘΝΟΣ 14 Ιουνίου 1945.
«…ο δημοσιευόμενος σχετικός νόμος ρυθμίζει τα τηε λειτουργίας της ραδιοφωνίας και της εγκαταστάσεως πομπών εις Αθήνας και εις τα μεγαλύτερα επαρχιακά κέντρα. Ο αναχωρήσας προ ημερών δια Λονδίνον πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας εν Αθήναις κ. Λίπερ, παρεκλήθη από την κυβέρνησιν να ενδιαφερθή ώστε να ολοκληρωθούν αι ενέργειαι δια την εξασφάλισιν των απαραιτήτων οργάνων δια την λειτουργίαν του σταθμού.»Οι Άγγλοι δεν έχουν μυστική συμμετοχή στη συγκρότηση της ελληνικής ραδιοφωνίας. Σ’ ένα δημοσίευμα της ΒΡΑΔΥΝΗΣ διαβάζουμε.
Κατ’ ασφαλείς πληροφορίας μεταξύ των υπηρεσιών του υπουργείου και των αρμοδίων βρετανικών αρχών ήρχισαν αι προκαταρκτικαί συνενοήσεις δια την εγκατάστασιν του μεγάλου ραδιοφωνικού σταθμού των 70 κιλοβάτ.Κατά τας αυτάς πληροφορίας μας, η τοποθέτησις των κεραιών του μεγάλου ραδιοφωνικού σταθμού, του οποίου δέον να σημειωθή ότι τα μηχανήματα ευρίσκονται από ετών ενταύθας, δεν θα τοποθετηθούν εις τα Λιόσια όπου είναι αι κεραίαι το μικρού σταθμού των 15 κιλοβάτ, αλλά θα τοποθετηθούν εις άλλην καταλληλοτέραν θέσιν ίσως μακράν της περιοχής των Αθηνών». Είναι απόλυτα θεμιτό οι Άγγλοι ως σύμμαχοι και προστάτες να έχουν ακόμα και αποκλειστική άποψη, όχι μόνο για την ασφαλή θέση των κεραιών που είναι θέμα αμυντικής στρατηγικής και πρόνοιας αλλά και για την γενικότερη συγκρότηση του ραδιοφωνικού δικτύου από το οποίοθα διοχετεύεται προς το εσωτερικό και το εξωτερικό η προπαγάνδα των συμφερόντων της Μεγάλης Βρετανίας, που σ’ αυτή τη φάση είναι κυρίαρχη φίλη και σύμμαχος επί του ελληνικού χώρου.

Το επιβάλλον των Άγγλων δεν περιοριζόταν σε θέματα καταλληλότητας θέσεων, πομπών και κεραιών αλλά και σ’ αυτή την ίδια τη δομική συγκρότηση του οργανογράμματος της Ραδιοφωνίας. Το ομολογούσε ο ίδιος ο Πετμεζάς. Σ’ έναν λίβελο που του εκτοξεύει λίγους μήνες αργότερα ο Δημήτρης Χρονόπουλος, απ’ τη ΒΡΑΔΥΝΗ αναφερόμενος στην αυτονομία του ραδιοφωνικού ιδρύματος και στην απαγγίστρωση του απ’ τα υπουργεία Τύπου και ΤΤΤ, ο πρώην συνεργάτης του ραδιοφωνικού σταθμού γράφει οργισμένος: «...Είπαν τότε (οι Πετμεζάς και Αναστασιάδης) ότι αυτήν την ανεξαρτησίαν την εζήτησαν οι Άγγλοι. Ψεύδος. Υπάρχουν τα πρακτικά της συσκέψεως των κ.κ. Λαμπρινοπούλου,Ζακυνθηνού, Σακαλλαροπούλου και Λάνκαστερ της Αγγλικής Πρεσβείας εις το πολιτικόν γραφείον κατά την οποία ο τελευταίος ερωτά επανειλημμένως τι είδους ραδιοφωνική υπηρεσία θα εγκατασταθή αποφεύγων να υποδείξη τίποτε και αναφερόμενος εις το BBC λέγει ότι ευρίσκει καλλιτέραν την αυτόνομον κρατικήν υπηρεσίαν. Επάνω εις αυτά οι δουλοπρεπείς Λεβαντίνοι στηρίζουν το νομοθέτημα. Το παν η ανεξαρτησία». Αντιτίθεται σφόδρα ο Χρονόπουλος στην ανεξαρτησία αφού αυτή η νέα κατάσταση μ’ αυτή την αντίληψη τον απέβαλε απ’ το σταθμό, ακριβώς επειδή τον θεωρούσαν άνθρωπο των Άγγλων, του Παλατιού κλπ. Είναι επίσης φανερό πως ο αρθρογράφος επιχειρεί να καταλογίσει την ευθύνη της αναξαρτοποίησης στους δυο υπεύθυνους Έλληνες, ενώ είναι καταφανές, ακόμα και όπως το παρουσιάζει πως η αναξαρτοποίηση είναι κατακάθαρα άποψη του Λάνκαστερ. Στο κείμενο του Χρονόπουλου θα επανέλθουμε. Τώρα έφτασε η στιγμή της επισημοποίησης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και της ιστορικής για την ελληνική ραδιοφωνία συντακτικής πράξεως.
«Συντακτική πράξις υπ’ αριθμ. 54/1945 της 14/15 Ιουνίου 1945. Περί συστάσεως και οργανώσεως του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Αρθρ. 11. Συνιστάται εν Αθήναις αυτόνομος οργανισμός αποτελών νομικόν πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλον ‘Εθνικόν Ίδρυμα Ραδιοφωνίας’ 2. Το ίδρυμα τελεί υπό τον έλεγχον του Κράτους, του μεν υφυπουργού Τύπου και Πληροφοριών ασκούντος γενικήν εποπτείαν νομιμότητος, του δε υπουργού ΤΤΤ έχοντος την τεχνικήν εποπτείαν κατά τα ειδικώτερον δια του παρόντος οριζόμενα. Αρθρ. 2.1. Εις το Εθνικόν Ίδρυμα Ραδιοφωνίας ανατίθεται η αποκλειστική εκμετάλλευσις και λειτουργία των ραδιοφωνικών σταθμών εν Ελλάδι, η συντήρησις και επισκευή αυτών και η εγκατάστασις εν Αθήναις η αλλαχού της Ελλάδος ωέων σταθμών ραδιοφωνίας η τηλεοράσεως η άλλης τινός ραδιοηλεκτρικής εφαρμογής κοινής ωφελείας και κλήσεως αναφερομένης εις τους σκοπούς της ραδιοφωνίας». Με τις πρώτες αράδες του νόμου δεσμεύεται απολύτως κάθε ραδιοφωνική μετάδοση η σχετική δραστηριότητα. Τα ηλεκτριμαγνητικά κύματα του αιθέρα παραχωρούνται στον νέο φορέα. Και για να μην ξεγλιστρίσει από παρανόηση καμιά αρμοδιότητα
Αναφέρονται όλα λεπτομερώς. «2. Εις την αποκλειστικήν εκμετάλλευσιν του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας περιλαμβάνονται ειδικώτερον: α) Πάσα ραδιοφωνική εκπομπή ομιλίας η μουσικής εκτελέσεως, β) η αναπαραγωγή ραδιοακροαμάτων, γ) η δι εγκαταστλασεως μεγαφώνων και η δια των ραδιοφωνικών σταθμών αναμετάδοσις εκφωνουμένων λόγων, μουσικής, ακροαμάτων εν γένει και τελετών τελουμένων εις δημοσίους χώρους, δ) η ραδιοφωνική μετάδοσις ιδιωτικών διαφημίσεων και αγγελιών της εγκρίσεως του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, ε) η εγκατάστασις παντός ραδιοφωνικού συστήματος δημοσίας κλήσεως μονίμου η επ’ αυτοκινήτων εις δημοσίους χώρους, στ) Η έκδοσις δελτίου περιέχοντος το πρόγραμμα των εγχωρίων ραδιοφωνικών σταθμών». Προβλέπεται και η έκδοση του προγράμματος σαν αποκλειστικό προνόμιο του Ιδρύματος. Παρακάτω ι νόμος καθορίζει τη διοικητική διάρθρωση του Ιδρύματος. «Αρθρ. 3.1 Όργανα διοικούντα το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας είναι: α) Το διοικητικόν συμβούλιον. β) ο γενικός διευθυντής. 2, Το διοικητικό συμβούλιον αποτελείται εκ δεκαπέντε μελών, διοριζομένων επί τετραετή θητεία δια Β. Διατάγματος προκαλουμένου υπό του υφυπουργού Τύπου και Πληροφοριών». Και αφού περιγράφει πως και εκ τίνων ειδικοτήτων και υπηρεσιών θα εκλέγονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και αναφέρει διεξοδικά τις αρμοδιότητες, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του ανωτάτου διοηκητικού οργάνου του Ιδρύματος, στο άρθρο 5 προβλέπει πως « ο γενικός διευθυντής, ο τεχνικός σύμβουλος καο ο διευθυντής οικονομικών υπηρεσιών διορίζονται δια Β. Διατάγματος προκαλουμένου υπό του υφυπουργού Τύπου και Πληροφοριών». Και για να μην μείνει τίποτα που να μην ελέγχεται και κυρίως τα εκπεμπόμενα προγράμματα με το άρθρο 4 αναφέρεται πως «Παρά τω Εθνικώ Ιδρύματι Ραδιοφωνίας λειτουργεί Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Προγράμματος συνιστώμενον δι αποφάσεως του υφυπουργού Τύπου και Πληροφοριών και συγκείμενον εξ εννέα μελών». Οι ιδιότητες των μελών του γνωμοδοτικού που ήταν διευθυντές των υπουργείων Παιδείας, Στρατιωτικών και Γεωργίας, παρείχαν στην κοινή γνώμη την εγγύηση για ένα πρόγραμμα εθνικής καταλληλότητας και χρησιμότητας.

Η προικοδότηση του νεοσύστατου οργανισμού ρυθμίζεται με το άρθρο 6 της Συντακτικής Πράξης 54 του 1945. Με το άρυρο αυτό μεταφέρονται στην κατοχή και κυριότητα του Ε.Ι.Ρ. όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ΑΕΡΕ και των προπολεμικών μορφών της Ραδιοφωνίας. Συγκεκριμένα:
« 1. Άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος περιέρχονται εις την αποκλειστικήν χρήσιν του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας όλαι αι ραδιοφωνικαί εγκαταστάσεις των θαλάμων του Ζαππείου, του πομπού Λιοσίων και του πομπού βραχέων κυμάτων ως και τα πάντα εις την διάθεσιν της κρατικής ραδιοφωνίας μηχανήματα, όργανα, καλώδια και λοιπά υλικά, κινητά και ακίνητα πράγματα. 2. Πάντα τα περί ων η προηγούμενη παράγραφος περιουσιακά στοιχεία ως και πάντες οι πομποί, εγκαταστάσεις, κτίρια και γήπεδα των υπό του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας χρησιμοποιουμένων σταθμών και γραφείων και εν γένει παν εις την διάθεσιν αυτού τιθέμενον η υπό αυτού κτώμενον εκ χαριστικής η επαχθούς αιτίας κινητόν η ακίνητον πράγμα θεωρούνται η αποτελούσι περιουσίαν του Δημοσίου.»Ο νόμος προβλέπει, φυσικά και τα έσοδα της Ραδιοφωνίας και στο άρθρο 8 αναφέρονται τέσσερις πηγές πόρων: οι κρατικές πιστώσεις και χορηγήσεις, τα ποσά τα προερχόμενα από συνδρομές των ακροατών και από τα πρόστιμα, τα έσοδα από τις διαφημίσεις καθώς και τα όσα θα αποφέρει η πώληση του προγράμματος και τελευταία όσα κληροδοτήματα και δωρεές θα γίνουν στι Ίδρυμα. Κτοχυρώνεται και με ισχυρούς όρους και η αποκλειστικότητα δικαιώματος του ΕΙΡ σε κάθε συσκευή ραδιοφώνου που κατέχεται από οποιονδήποτε. Συγκεκριμένα το άρθρο 10 υποχρεώνει κάθε κάτοχο συσκευής που αυτόματα θεωρείται συνδρομητής, να υποβάλει δήλωση με όριο 10 ημέρες από την αγορά της συσκευής ειδ’ άλλως επιβαρλυνεται με πρόστιμο. Το ίδιο πρόστιμο προβλέπεται και για τα καταστήματα η εργοστάσια που πούλησαν μια ραδιοφωνική συσκευή και παρέλειψαν να τη δηλώσουν.
Μια ακόμα αναφορά σ’ ένα σημείο του ιστορικού νόμου που αποκαλύπτει μια ευεργατική προοπτική από μέρους των συντακτών του είναι το άρθρο 15 που προβλέπει την ίδρυση από το ΕΙΡ κέντρον εκπαιδεύσεως και μετεκπαιδεύσεως ραδιοηλεκτρολογίας για τους μηχανικούς και τεχνίτες του Ιδρύματος καθώς και την πρόβλεψη χορήγησης εκπαιδευτικών αδειών για μετεκπαίδευση στην αλλοδαπή. Κατά τα άλλα ο νόμος είναι τυπικός και περιλαμβάνει όλα όσα είναι απαραίτητο να προβλεφθούν για τη συγκρότηση και λειτουργία ενός ανάλογου Ιδρύματος που καθελκύεται για ελεύθερη πλεύση, δεμένο όμως με δυο γερούς κάβους από δύο υπουργεία. Αν μάλιστα προσθέσουμε και την εξάρτηση απ’ το Δημόσιο λογιστικό και την υποβολή από τριμελή εξελεγκτική επιτροπή (Άρθρο 11) ετήσιας έκθεσης στον υπουργό Οικονομικών, οι προσδέσεις γίνονται τρεις.
Οι αρχές της ιδρυτικής Συντακτικής πράξεως 54 κυοφορήθηκαν επί τρεις μήνες μέχρι να φθάσουν στη δημοσίευση της και οι συντάκτες της, που κατονομάζονται απ’ τον Δημήτρη Χρονόπουλο ήταν ο Ηρακλής Πετμεζάς και ο Μιχάλης Αναστασιάδης. Ο Γιάννης Σιάσκας ωστόσο καταθέτει σήμερα μια πληροφορία που είχε πολύ κυκλοφορήσει εκείνη την εποχή και με επίταση έφθασε από διάφορες πλευρές μέχρι τον χρόνο που διεξάγεται αυτή η παρούσα αναδρομή. Η πληροφορία αναμιγνύει στην μελέτη και την σύνταξη της Συντακτικής Πράξης το όνομα του στελέχους του υπουργείου εξωτερικών Γιώργου Σεφεριάδη, δηλαδή του ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Θυμάται σήμερα ο παλαίμαχος Σιάσκας πως ο Σεφεριάδης είχε πραγματοποιήσει μια σειρά επαφών με διάφορα στελέχη του σταθμού, μεταξύ των οποίων και με τον ίδιο τον Σιάσκα, για να σχηματίσει όπως έλεγε, μια γνώμη για την ανασυγκρότηση της ραδιοφωνίας και την μορφή της. Είναι πιθανό συνεπώς να είχε ανατεθεί στον Σεφεριάδη, σαν πρόσωπο αναμφισβήτητου κύρους και ως πνευματική προσωπικότητα και ως διπλωματικός υπάλληλος με σχέσεις εμπιστοσύνης και απ’ τον συμμαχικό παράγοντα, να συνθέσει μια πρώτη μορφή του σχεδίου νόμου και οι αναφερόμενοι από τον Χρονόπουλο να το τελειοποίησαν.
Από την πλευρά του υπουργείου Συγκοινωνίας ρόλο θα έπαιξε οπωσδήποτε και ο Στέφανος Ελευθερίου, αφού και διευθυντής του σταθμού υπήρξε στην προΕΙΡ περίοδο και αρμοδιότατος ήταν στα τεχνικά και κορυφαίος υπήρξε σε κάθε ραδιοφωνική κίνηση απ’ αρχής. Τέσσερις λοιπόν οι αναμφισβήτητοι πρωτεργάτες του ιδρυτικού νόμου, με κάμποσους δευτερεύοντες συμβούλους και γνωμοδότες ασφαλώς τους οποίους δεν είναι δυνατόν σήμερα να γνωρίζουμε.
Υπάρχει όμως κάποιος που χωρίς να έχουμε τίποτα περισσότερο παά μα αμφίβολης αξιοπιστίας αναφορά του Χρονόπουλου, είμαστε βέβαιοι πως στεκόταν στα παρασκήνια και προσπαθούσε να επηρεάσει τις εξελίξειες όσο μπορούσε περισσότερο. Ο Γιάννης Βουλπιώτης. Φυλακισμένος η ελεύθερος, κατηγορούμενος η απαλλαγμένος, ήταν το «πρώην αφεντικό», ο ιδιοκτήτης, νόμιμα η καταχρηστικά, όλης της ραδιοφωνίας, αυτός που είχε την κυριότητα της ΑΕΡΕ ως την ίδρυση τιυ ΕΙΡ και κάθε πράξη νομική και διαχειριστική , είσπραξη η πληρωμή, γινόταν εξ ονόματός του. Αδύνατον να μην επενέβη ο Βουλπιώτης στη διαμόρφωση του νομικού πλαισίου του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Στην συνέντευξή του του 1988, δεν μας αποκάλυψε καμιά λεπτομέρεια επ’ αυτού. Μας είπε μόνο ότι η ανεξαρτησία του Ιδρύματος ήταν δική του υπόδειξη την οποία ενστερνίστηκαν οι Εγγλέζοι.

Πρώτος διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας διορίζεται ο Ηρακλής Πετμεζάς, ταυτόχρονα με τη δημοσίευση της Συντακτικής Πράξεως 54. Οι γραμμές αυτές της ραδιοφωνικής ιστορίας γράφονταν και δημοσιευόνταν στη «Ραδιοτηλεόραση» τον Φεβρουάριο του 1998. Καμιά πληροφορία δεν με κατηύθυνε στον Ηρακλή Πετμεζά που βρισκόταν ακόμα τότε στη ζωή. Με μεγάλη και χαρούμενη έκπληξη συνάντησα αυτόν τον ενενηντατετράχρονο γέροντα στο μικρό του διαμέρισμα της οδού Τσακάλωφ, αυτόν τον πρωταγωνιστή της ραδιοφωνικής εποποιίας, τον αντάρτη της εθνικής αντίστασης, τον θρυλικό «Νικήτα», πρωτοπαλήκαρο του Ζέβα που πολύ κατηγορήθηκε για αριστερή απόκλιση καθώς κρατούσε ανεξάρτητη στάση στον ορυμαγδό των πολιτικών μεταπελευθερωτικών γεγονότων. Την ευχάριστη έκπληξή μου την μεγάλωσε η απόλυτη πνευματική του διαύγεια και η φρεσκάδα του μνημονικού του. Ωστόσο το πλήθος των εμπειριών του, ο αριθμός των γεγονότων που συνωστίζονταν στη μνήμη του είχαν υποβαθμίσει τη ραδιοφωνική του περιπέτεια. Στις αναμνήσεις του θα προσφεύγουμε όταν η σειρά της εξιστόρησής μας το απαιτεί.
Υπουργός Τύπου και ως εκ τούτου προϊστάμενος της ραδιοφωνίας σε κείνη την εποχή, εποχή που τα όρια των αρμοδιοτήτων ήταν ασαφή και σκιώδη και που όλη η πολιτική κατάσταση ήταν ομιχλώδης, ήταν ο Ιωάννης Σοφιανόπουλος. Προϊστάμενος τεχνικών υπηρεσιών ανέλαβε ο καθηγητής φυσικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλης Αναστασιάδης, Διευθυνής προγράμματος ανέλαβε ο δημοσιογράφος Γιάννης Δημαράς και στο μουσικό τμήμα τοποθετήθηκε κατ’ αρχήν ο Μιχ. Βώκος για να αναλάβει σταθερότερα στη συνέχεια ο Σπύρος Φαραντάτος. Με τον διορισμό νέων προσώπων άρχισε να φυσάει μια πνοή ανασυγκροτήσεως με αντιλήψεις που εξέφραζαν ένα ανανεωτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό των μεταπελευθερωτικών καιρών. Όλοι εμφορούνται από ανανεωτική διάθεση και ευαγγελίζονται την εφαρμογή της ελληνοκεντρικής ιδεολογίας. Αυτό που διαπιστώνει κανείς δυο μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου του ΕΙΡ είναι μια γενική αισιοδοξία όσον αφορά τις ραδιοφωνικές προοπτικές. « Ύστερα από την τετράχρονη σκλαβιά που κοντά σ’ όλες τις άλλες καταστροφές έφερε τόσο πίσω και το ραδιοφωνικό μας σταθμό ο οποίος άρχισε τώρα και λίγο καιρό να ξαναβρίσκει τον δρόμο της σημειουμένης σ’ αυτόν μιας σταθερής βελτιώσεως ημέρα με την ημέρα», γράφει η ΒΡΑΔΥΝΗ στις 16 Αυγούστου 1945 σ’ ένα δημοσίευμα που αναφέρεται στις μεταβολές στον μουσικό τομέα. Υπάρχει μια γενική συναίνεση, μια σύμπνοια και μια διάθεση αφοριστική, διάθεση αποκήρυξης, άδικης κατά τη γνώμη μου, της κατοχικής περιόδου της Ραδιοφωνίας. Αυτοί που καταδικάζουν την κατοχική περίοδο είναι όσοι φοβούνται τον Βουλπιώτη και θέλουν να βάλουν βαριά ταφόπλακα στην ΑΕΡΕ ώστε να μην αναβιώσει καμια πιθανότητα επανόδου του δημιουργού της. Οι ανησυχούντες βλέπουν πως για τον διευθυντή της Εταιρίας και αντιπρόσωπο της Telefunken η μεταπολεμική περίοδος αρχίζει να είναι ευνοϊκή. Οι φιλοδοξίες για ανάπτυξη του Σταθμού εξασφαλίζουν ενδεχομένως και και μια κατοχύρωση της Ραδιοφωνίας έναντι των επιβουλών του Βουλπιώτη. Επ’ αυτού μερικές ακόμη αράδες απ’ το προαναφερθέν δημοσίευμα της ΒΡΑΔΥΝΗΣ.
«Βέβαια για να φθάση στην περιωπή που πρέπει – και πρέπει να θέλουμε να έρχεται πρώτος στα Βαλκάνια – ο Ραδιοφωνικός μας Σταθμός θα χρειασθή συγχρονισμένα και τελειότερα μηχανήματα με τα οποία καταβάλλονται όπως ξεύρουμε προσπάθειες από το υπουργεό Συγκοινωνίας να εφοδιαστή ο Σταθμός του Ζαππείου όσον θα είναι δυνατόν πιο σύντομα. Εν τω μεταξύ συνετελέσθη και συντελείται μια ανασυγκρότησις προσώπων και πραγμάτων που έχει γίνη πολύ αισθητή εις όλους τους συνδρομητάς και ακροατάς του».Ωστόσο, πρέπει σ’ αυτό το σημείο να επισημάνουμε και να περιγράψουμε μια ασάφεια που φαίνεται πως κυριάρχησε στα ραδιοφωνικά μας πράγματα κυρίως τους μήνες από Ιούνιο μέχρι και Σεπτέμβριο. Η διεύθυνση Πετμαζά δεν ανέλαβε αμέσως με το διορισμό και τη δημοσίευση της Συντακτικής Πράξεως, η τουλάχιστον δεν ανέλαβε ολοκληρωτικά και τελεσίδικα. Οι τέσσερις καλοκαιρινοί μήνες που μεσολάβησαν, το άπρακτο αυτό διάστημα χαρακτηρίσθηκε από μια αβεβαιότητα ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμόζονταν τα όσα προέβλεπε το νομοθέτημα. Ακόμα και η επιλογή του Πετμεζά και η ανάληψη από μέρους του των διευθυντικών καθηκόντων πρέπει να καθυστέρησε. Κανείς από τους ζώντες των ημερών εκείνων δεν μπορεί να θυμηθεί λεπτομέρειες, είναι ωστόσο βέβαιο πως κάποιοι ενδιαφερόμενοι έμεναν με την εντύπωση πως τίποτα οριστικό ούτε είχε αποφασισθει αλλά και ούτε είχε εφαρμοσθεί. Οι ελπίδες τους συνεπώς δεν εξέλειπαν. Καμιά άλλη εξήγηση δεν μπορεί να έχει τοπαρακάτω δημοσίευμα που φαίνεται καθαρά πως από το οποιοδήποτε πολιτικό ενδιαφέρον προεξέχει το προσωπικό. Τα συμπεράσματα προκύπτουν αυτόματα. ΒΡΑΔΥΝΗ 28 Νοεμβρίου 1945. «ΦΩΣ ΕΙΣ ΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ. ΠΩΣ Ο ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΠΑΡΕΔΟΘΗ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΑΣ. Νέος θόρυβος γύρω από την υποθεσιν της Ραδιφωνίας και πολλά λέγονται και πολλά θρυλούνται δια τους μυστηριώδεις και σκοτεινούς ανθρώπους εις τους οποίους ανετέθη από την κυβέρνησιν η διεξαγωγή της εθνικής προπαγάνδας και η διαφώτισις του ελληνικού λαού αλλά και της διεθνούς κοινής γνώμης. Άλλωστε περί του θέματος αυτού υπάρχει ήδη από αρκετού καιρού μια διάχυτος ατμόσφαιρα σκανδάλου το οποίον εξέσπασεν προχθές δια της αναθέσεως του υπουργείου Τύπου εις τον κ. Ηρ. Πετμεζάν, τον άνθρωπον ακριβώς εκείνον ο οποίος ηγωνίσθη σκληρόν αγώνα δια να αποσπάση την Ελληνικήν Ραδιοφωνία από τα χέρια του κράτους και να την παραδώση εις τον Εαμοκομμουνισμόν. Επί του θέματος αυτού η ΒΡΑΔΥΝΗ ηθέλησε να έχη τας πλέον εγκύρους και αυθεντικάς πληροφορίας και δι αυτό ανέθεσεν εις τον παλαιόν και νέον πάλιν συνεργάτην της κ Δημ. Χρονόπουλον την ανάπτυξιν του βαρυσημάντου αυτού ζητήματος εις σειράν αποκαλυπτικών άρθρων. Ο κ. Δ. Χρονόπουλος είνε ο παραοτηθείς χθες διευθυντής του μέχρι τούδε κρατικού Ραδιοφωνικού Σταθμού και κατά συνέπειαν…» Ο αναγνώστης σ’ αυτό το σημείο έχει οπωσδήποτε ανάγκη διευκρινίσεων.

Περί τίνος λοιπόν πρόκειται; Πως ο Ηρακλής Πετμαζάς, στέλεχος του ΕΔΕΣ, με αντιστασιακή δράση και εδώ και στη Μέση Ανατολή, άνθρωπος της εμπιστοσύνης του αγγλικού παράγοντα, κατηγορείται πως επέσπασε την Ελληνική Ραδιοφωνία απ’ τα χέρια του κράτους και την παρέδωσε στον Εαμοκομουνισμό (ενώ αυτή η σχετική αυτονομία που παραχωρήθηκε στο ΕΙΡ ήταν, όπως είδαμε, και θέση των Άγγλων) και πως ο Δημήτρης Χρονόπουλος ήταν ο αναφερόμενος ως «ο παραιτηθείς χθές διευθυντής του Κρατικού Ραδιοφωνικού Σταθμού¨ αφού τα δημοσίευμα έχει ημερομηνία 28 Νοεμβρίου και ο Πετμεζάς διορίσθηκε επίσημα διευθυντής στη Ραδιοφωνία από τις 14 Ιουνίου; Ας ξεδιαλύνουμε εμείς το θέμα γιατί ο ίδιος ο Πετμεζάς όταν του το αναφέραμε κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι του και σχολίασε:
«’Ηταν μια εποχή μεγάλων αναβρασμών που τα πάθη, οι φιλοδοξίες, οι ανταγωνισμοί κόχλαζαν κι όπου καθένας μπορούσε να ισχυριστεί οτιδήποτε. Οι κατηγορίες ήταν καθημερινές κι ακούγονταν τα πιο αστήρικτα πράγματα. Η ισχυρότερη κατηγορία ήταν ο φιλοκομουνισμός γιατι σ’ αυτήν ήταν ευήκοο τα αυτί της εξουσίας καιυπήρχε μια ευαισθησία, λόγω των νωπών γεγονότων, στην συντηρητική κοινή γνώμη. Έτσι εκαλλιεργείτο το διχαστικό πνεύμα που βόλευε πολλούς».Ιδού λοιπόν πως έχει το ζήτημα του διευθυντή. Ο Χρονόπουλος είχε αγγίξει τη διευθυντική καρέκλα και φιλοδοξούσε και μεθόδευε και ήλπιζε που θα την κατακτούσε. Ο συμμαχικός παράγοντας δεν τον ευνόησε, ούτε και η ελληνική πλευρά και προέκριναν την επιλογή Πετμεζά, μια επιλογή που όχι μόνο που οριστικοποιήθηκε αλλά και του ανατέθηκε και το υπουργείο Τύπου. Δεν ξέρουμε αν ο Χρονόπουλος απομακρύνθηκε οικειοθελώς απ’ τους ευσεβείς του πόθους η αποπέμθηκε, το βέβαιο είναι πως μετέφερε στις στήλες της ΒΡΑΔΥΝΗΣ το ανεξέλεγκτο μένος του κατά του Πετμεζά μεταχειριζόμενος ως όπλο την δήθεν παράδοση τοτ ραδιοφωνικού σταθμού στο ΕΑΜ. Οι βολές ωστόσο είχαν ξεκινήσει νωρίτερα. Ένα δριμύ δημοσίευμα είχε προηγηθεί στην ίδια εφημερίδα ένα μήνα νωρίτερα.
ΒΡΑΔΥΝΗ 23 Οκτωβρίου 1945. «Λεπτομέρεια. Οι Αθηναίοι οι οποίοι διερωτώνται εάν ο Ραδιοφωνικός Σταθμός ανήκει στο ΚΚΕ ας πληροφορηθούν ότι δεν ανήκει. Είναι του κράτους... Ελαφρώς μόνον, ο Σταθμός επηρεάζεται από τον κ. Ηρακλήν Πετμεζάν, καθ’ όλα τα άλλα χρηστόν νέον, οπαδόν όμως της ομάδος των Φραγκολεβαντίνων και συμπαθούντα «Κου-Κου-Ε». Εννοείται ότι εφ’ όσον η ομάς διευθύνει την Αντιβασιλείαν, η δράσις της εις τον Σταθμόν αποτελεί μικράν λεπτομέρειαν». Στις 27 Οκτωβρίου οι εφημερίδες δημοσιεύουν την απάντηση του ΕΙΡ.
«Εις απάντησιν υμετέρου δημοσιεύματος έχομεν την τιμήν να γνωρίσωμεν προς υμάς ότι: α) Το πρόγραμμα εις ότι αφορά ειδήσεις και κείμενα πολιτικού περιεχομένου συντάσσεται εξ ολοκλήρου μερίμνη και υπ’ ευθύνη του υπουργείου Τύπου και Πληροφοριών , το δε Ίδρυμα από της λειτουργίας του εις ουδεμίαν προέβη εκπομπήν ειδήσεων η κειμένου πολιτικού περιεχομένου. β) Το Ίδρυμα κατόπιν εντολής του υπουργείου Τύπου και Πληροφοριών ουδεμίαν μεταβολήν επέφερεν εις το προσωπικόν των ειδήσεων όπερ παραμένει και εργάζεται εις τον Σταθμόν ως πρότερον. Εκ της Γενικής Διευθύνσεως του Σταθμού.»Πολλά προσάπτει στον Πετμεζά ο Χρονόπουλος, όσον αφορά τις υποτιθέμενες μεθοδεύσεις για την παραχώρηση του Σταθμού στο ΕΑΜ. Τα σκάγια των βολών παίρνουν και το Μιχάλη Αναστασιάδη με πολλαπλές και προς αυτόν κατηγορίες. Για τον δεύτερο οι «αποκαλύψεις» περιλαμβάνουν και κινήσεις του τεχνικού διευθυντή του ΕΙΡ προς τα συμφέροντα του Βουλπιώτη αφού, όπως ο συντάκτης ισχυρίζεται, υπήρξε ομοτράπεζος του κατά την κατοχή. Ο δημιουργός της ΑΕΡΕ ήταν ομολογημένα γερμανόφιλος και συνδεδεμένος στενά με τα γερμανικά συμφέροντα. Ηταν επίσης και μια αναγνωρισμένη επιστημονική προσωπικότητα στον τομέα της Φυσικής, δεν ήταν λοιπόν περίεργο να διατηρεί σχέσεις με πανεπιστημιακούς συναδέλφους του. Εκτός δε αυτού ο Βουλπιώτης, σαν αντιπρόσωπος της Telefunken ήταν ο δωρητής πολύτιμου τεχνολογικού εξοπλισμού για τα εργαστήρια Φυσικής του Πανεπιστημίου, ένα μηχάνημα δε απ’ τα δωρηθέντα΄ήταν και αυτό που μετατράπηκε, όπως γνωρίζουμε,ώστε να χρησιμοποιηθεί ως πομπός, ότα οι Γερμανοί αποχωρούντες ανατίναξαν τις κεραίες των Λιοσίων. Είναι δε πιθανό η έμπνευση για την αξιοποίηση του πανεπιστημιακού μηχανήματος και η δυνατότητα μετατροπής του να μην ανήκε στον Αναστασιάδη η στον Ελευθερίου, στον Αθανασόπουλο η στο Γιαννόπουλο αλλά και στον Βουλπιώτη, αφού γνωρίζουμε ότι επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την αποκατάσταση της λειτουργίας του Σταθμού σε κείνη την περίσταση. Η εμμονή του άλλωστε στη διατήρηση του ελέγχου της Ραδιοφωνίας και σ’ αυτή τη φάση του ΕΙΡ μας επιτρέπει να πιστεύουμε πως πράγματι ο Βουλπιώτης διατηρούσε ίσως μια κάποια επιρροή στον Αναστασιάδη. Είναι όμως δύσκολο να πιστέψουμε πως ο τεχνικός υπεύθυνος του ΕΙΡ κατευθυνόταν σε τόσο σοβαρές αποφάσεις από το επί κατοχής αφεντικό της Ραδιοφωνίας. Και ακόμα πως ο Βουλπιώτης ευνοούσε την εισχώρηση του ΚΚΕ στη Ραδιοφωνία. Σε κατάσταση κανονικής παράκρουσης ο Χρονόπουλος δε διστάζει να σμίξει τον κατηγορούμενο για δωσιλογισμό και εμπνευστή των Σωμάτων Ασφαλείας, τους λεγόμενους και γερμανοτσολιάδες, με το ΕΑΜ και τις επιδιώξεις του.
Σε συνεχόμενα λιβελογραφήματα στη ΒΡΑΔΥΝΗ, υπογραφόμενα απ’ τον Δημήτρη Χρονόπουλο, φθάνουν σε βαθμό παραληρήματος και προχωρούν σε οξείς χαρακτηρισμούς και σε δήθεν αποκαλύψεις. Στα «αποκαλυπτόμενα» συμπεριλαμβάνονται συνωμοτικές προθέσεις σκοτεινών δυνάμεων, οικονομικές ατασθαλίες και άλλες αμαρτωλές επιδιώξεις και άλλα πολλά ασαφή αλλά εξόχως καταστροφολογικά που δεν κρύβουν το αχαλίνωτο πάθος του Χρονόπουλου, που δεν μπορεί να δεχθεί πως έχασε το διευθυντηλίκι της ραδιοφωνίας. Κι εδώ εμφανίζεται το παράλογο αλλά συχνό φαινόμενο που αποτέλεσε και αποτελεί φασιστικό δόγμα και πρακτική. Είναι τόσο λάβρα τα δημοσιεύματα που όσο κι αν είναι παράλογα κατορθώνουν να συγκινήσουν τα αντικομουνιστικά φρονήματα της εποχής. Οι «ανησυχούντες», κυρίως όμως η εύπιστη κοινή γνώμη, επηρεάζονται. Έτσι με την ενορχήστρωση της ΒΡΑΔΥΝΗΣ από τον Οκτώβριο του 1945 γενικεύεται μια κομουνιστικοφοβική εκστρατεία κατά του ΕΙΡ και βασικά κατά του Ηρακλή Πετμεζά.


Με το ίδιο μένος απ’ αρχής μέχρι τέλους ο Χρονόπουλος κατηγορεί τους Πετμαζά και Αναστασιάδη για τα πάντα στοχεύοντας σ’ ένα απ’ τα σημειώματά του μια περίπτωση ραδιοσταθμού Τσιγκιρίδη, που μας δίνει την ευκαιρία να προσθέσουμε χρησιμότατα στοιχεία στο χρονικό μας. Επί του συγκεκριμένου ζητήματος με άηθες ύφος ο Χρονόπουλος καταγγέλει. ΒΡΑΔΥΝΗ 30 Νοεμβρίου 1945.
«... οι κύριοι της Ραδιοφωνίας θα έχουν να παρουσιάσουν διαφόρους μικροενεργείας και μικρομερίμνας γύρω από την υπόθεσιν. Αναστήλωσαν της κεραίας δεν έχουν να παρουσιάσουν. Θα μας πουν ότι επερίμεναν απ’ έξω κάποιαν απάντησιν. Δικαιολογίες! Προφάσεις εν αμαρτίαις. Συμπέρασμα: Ο Σταθμός των Αθηνών εξακολουθεί να μην ακούεται. Μόνον την νύκτα μας ακούει ασθενώς το Κάϊρον. Τέλεια απουσία της φωνής της Ελλάδος. Έξω αγνοείται εάν η Ελλάς έχει ραδιόφωνον. Τι σημασία όμως έχει το πράγμα. Η ταλαίπωρος αυτή χώρα απέκτησεν τον κ. Ηρ. Πετμεζάν. Δεν της φθάνει το ευτύχημα;… Και δεν ξέρετε κάτι: Δια να διορθωθή η κεραία, κατά υπολογισμόν του υπουργείου ΤΤΤ απαιτούνται μόνο 35 ημέρες! Και όμως επέρασαν τόσοι μήνες. Μέσα εις την τραγικήν αυτήν κατάστασιν εφάνη μια ελπίς προ τριμήνου και πλέον: Εις την Θεσσαλονίκην υπάρχει ένας λαμπρός ραδιοφωνικός ιδιωτικός σταθμός ανήκων εις τον κ. Τσιγκιρίδην. Έχει ιδρυθεί το 1929, εόναι ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός της Βαλκανικής εις χρονολογική σειράν και πλουτισθείς από υλικόν της κατοχής, λεοτουργεί εις μήκος κύματος 2.185 μέτρων με ισχύν κεραίας 600 Βατ και ισχύν τροφοδοτήσεως 4,5 K.W. Αυτόν τον Σταθμόν εσκέφθημεν να χρησιμοποιήσωμεν. Και όταν ενεφανίσθη εις τας Αθήνας ο κ. Τσιγκιρίδης επί υπυργίας του κ. Ζκυνθινού ακόμη, τον παρουσιάσαμεν δια να πάρει άδειαν λειτουργίας. Οι κ. κ. Πετμεζάς και Αναστασιάδης αντέδρασαν. Δεν ενδιέφερε, δεν έπρεπε να καλυφθούν τα βόρεια σύνορα από ελληνικήν φωνήν. Και είπαν τότε οι δικτάτορες της Ραδιοφωνίας ότι θα τεθή εις την διάθεσίν μας αγγλικός πομπός δια την Θεσσαλονίκην και συνεπώς μας είναι περιττός ο ιδιωτικός. Σύμφωνοι. Όταν θα ήρχετο ο ο αγγλικός πομπός, ο οποίος μόλις τώρα έρχεται. Εν τω μεταξύ θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον υπάρχοντα δια να απαντώμεν εις τους εχθρούς μας και να παραπονούμεθα εις τους φίλους μας. Επιπλέον έπρεπε να εγκαρδιώσουμε τον πληθυσμόν της Βορείου Ελλάδος. Αλλά δυστυχώς τίποτε δεν έγινε. Απελπισθείς ο κ. Τσιγκιρίδης γυρίζει τον Σεπτέμβριον εις Θεσσαλονίκην και θέτει εις δοκιμαστικήν λειτουργίαν τον Σταθμόν του. Τούτο αποτελεί θρασσύτητα! Οι κ.κ. Πετμαζάς και Αναστασιάδης που ποδοπατούν τον νόμον καθημερινώς τώρα τον θυμούνται. Και απήυθυναν τηλεγράφημα προς τον Γεν. Διοικητήν Μακεδονίας ζητούντες επί τη βάσει του νόμου να σταματήση ο Σταθμός Θεσσαλονίκης. Και σταματά. Θρίαμβος των συναγωνιστών τους Εμβέρ Χότζα. Τέλος, κατ’ ανάγκην επετράπη κάποια ασήμαντος λειτουργία χωρίς αναμετάδοσιν από τας Αθήνας. Αλλά τώρα θα λειτουργήση ο Σταθμός Θεσσαλονίκης. Να μου το θυμηθήτε. ΔΗΜ. ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ».Κανονικό παραλήρημα. Κάτι ανάλογο σχολίασε και ο γέρων Πετμεζάς όταν τον συνάντησα, που δεν θυμόταν ωστόσο και με λεπτομέρειες το περιεχόμενο των έξαλλων δημοσιευμάτων του Χρονόπουλου.
Καμιά απ’ όσες καταγγελίες εκτοξεύει ο αρθρογράφος της ΒΡΑΔΥΝΗΣ δεν εκθέτει τους Πετμεζά και Αναστασιάδη, αντίθετα υπογραμμίζει πως με τις ενέργειες τους επιδεικνύουν μέριμνα και προσήλωση για την εφαρμογή ενός μελετημένου προγραμματισμού για την εξέλιξη των ραδιοφωνικών μας πραγμάτων, χωρίς προχειρότητες και λύσεις εμβαλωματικές. Ο ίδιος ο δημοσιογράφος όμως αποκαλύπτει μια καθαρή ασυνέπεια στις απόψεις που δηλώνει πως υποστηρίζει. Επικρίνει τη ραδιοφωνική αυτονομία της Αθήνας, έστω και αν το ΕΙΡ είναι προσδεδεμένο σε δυο υπουργεία του κράτους και απαιτεί αυτονόμηση του ερασιτεχνικού Σταθμού Τσιγκιρίδη, πρόχειρο, ευκαιριακό προσωρινό και ανεξέλεγκτο. Το πάθος, ο φθόνος και η άμετρη φιλοδοξία υπήρξαν πάντα κακοί σύμβουλοι.
Πριν εγκαταλείψουμε το κοσμογονικό 1945, ας στρέψουμε λίγο την προσοχή μας στο πρόγραμμα που εκπέμπει ο σταθμός. Για τους πέντε τελευταίους μήνες του χρόνου παρατηρούμε καθημερινά ένα στερεότυπο με ελάχιστες μικρές παραλλαγές. Δειγματοληπτικά ιδού το πρόγραμμα της 15ης Νοεμβρίου:
«12. Ποικίλη μουσική. 12.45. Ο Τζερέλντο και η ορχήστρα του. 13.15 Ειδήσεις εις την Αγγλική. 13.30 Δεύτερο δελτίο ειδήσεων. 14.10 Δίσκοι κατ’ εκλογήν των ακροατών. 14.30 Μουσικός προβολεύς. 17.00 Ελαφρά μουσική. 17.15 Γαλλική εκπομπή 17.30 17.30 Το αγγλικό μας μάθημα. 18.00 Τρίτο δελτίο ειδήσεων 18.10 Η ώρα του παιδιού. 18.30 Το πρόγραμμά μας 19.00 Ελληνικά δημοτικά τραγούδια 19.15 Ο Μπένι Γκούντμαν και η ορχήστρα του. 20.15 Ειδήσεις εις την αγγλικήν 20.30. Άριες από όπερες. 21.00 Τέταρτο δελτίο ειδήσεων 21.15 Ομιλία για το Πολεμικό μας Ναυτικό. 21.30 Αγγλικές ορχήστρες ελαφράς μουσικής. 22.00 Ειδήσεις 22.30 Ελαφρά ελληνικά τραγούδια. 23.10 Μουσική για σαξόφωνο. 23.25 Χοροί απ’ όλον τον κόσμο». Γενικά ένα πρόγραμμα χωρίς απαιτήσεις, ευχάριστο, χρήσιμο και ψυχαγωγικό με ιδιαίτερη έμφαση στο ελληνικό τραγούδι.

Η είσοδος του 1946 βρίσκει την αντικομουνιστική καταφορά κατά του ΕΙΡ σε κορύφωση. Πρωτοστατεί η ΒΡΑΔΥΝΗ με το Χρονόπουλο και εναρμονίζονται όλες οι δεξιές εφημερίδες στα επιτελεί των οποίων έχουν συμπτυχθεί συνεργάτες όλων των προγενέστερων φάσεων της Ραδιοφωνίας. Στόχος η εαμοποίηση του προγράμματος που φυσικά βρίσκεται μόνο στη φαντασία των πολέμιων του Σταθμού. Στην πραγματικότητα το πρόγραμμα δεν είναι σκληροπηρυνικά δεξιό, όπως διατείνονται οι επικριτές πως πρέπει να είναι και ο Σταθμός διατηρούσε στο προσωπικό του υπαλλήλους που δεν ήταν απολύτως ανεπίληπτοι από άποψη εθνικοφροσύνης. Η φανατισμένη δεξιά αντίληψη δεν έδειχνε καμιά ανοχή και καμιά κατανόηση στη συμφιλιωτικη θέση του Πετμεζά. Είχε εξ άλλου να φροντίσει για τα δικά της παιδιά. Ήθελαν ένα όργανο απολύτως καθεστωτικό καο προς αυτή την κατεύθυνση πίεζαν.Ο διευθυντής του ΕΙΡ ωστόσο, εν μέσω συνδυασμένων πυρών προσπαθούσε να αποκαταστήσει τη λειτουργία του Σταθμού και να επανορθώσει τη μειωμένη του εμβέλεια. Το δημοσίευμα της εφημερίδας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ της 4ης Ιανουαρίου 1946 είναι κατατοπιστικό: «Ο ραδιοφωνικός πομπός Λιοσίων. Χθες το πρωί ο υπουργός Τύπου επεσκέφθη τας εγκαταστάσεις του ραδιοφωνικού πομπού Λιοσίων παρακολουθήσας τα εκεί συντελούμενα έργα δια την αναστήλωσιν των καταστραφέντων ιστών της κεραίας του πομπού. Μετά την επίσκεψιν ο κ. υπουργός ερωτηθείς επί της προόδου των εργασιών απήντησε ότι ελπίζει βασίμως ότι κατά τας αρχάς Μαρτίου τα έργα θα έχουν περατωθεί και ούτως όλαι αι επαρχίαι θα συνδεθούν εκ νέου ραδιοφωνικώς με την πρωτεύουσαν». Επομένως οι κατηγορίες του Χρονόπουλου περί ολιγωρίας πέφτουν στο κενό.
Ωστόσο η κυβερνητική αστάθεια κράτησε σε αβεβαιότητα ολόκληρο το 1945, με το σχηματισμό κυβέρνησης τον Νοέμβριο από βενιζελικά στοιχεία αμφίβολης σύμπνοιας και με τον ίδιο το Σοφοκλή Βενιζέλο να διαχωρίζει τη θέση του από το κόμμα Φιλελευθέρων και να συντάσσεται με τη δεξιά ομάδα Γονατά – Αλεξανδρή, καθιστά σήμερα πολύ δύσκολη την ιδεολογική ευκρίνεια προσώπων και πραγμάτων. Οι διάφορες κομματικές μερίδες μετακινούνται και μετασχηματίζονται και είναι αδιευκρίνιστο ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο των συνθηματολογιών και των ηχηρών φράσεων. Οι υπεύθυνοι του ραδιοφωνικού σταθμού, οι συντάκτες των ειδήσεων συγκεκριμένα, προσπαθούν ν’ ανταπεξέλθουν μέσα απ’ αυτή τη ρευστή και αμφίρροπη κατάσταση, χωρίς ωστόσο να κατορθώνουν να γλιτώνουν απ’ την σκληρή επιθετικότητα των δεξιών φύλλων. ΕΜΠΡΟΣ 12 Ιανουαρίου 1946. «ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΑΙ ΑΠΡΕΠΕΙΑΙ. Ο χονδροειδής κομματικός χαρακτήρας που εδόθη από την κυβέρνησιν εις τας εκπομπάς του ραδιοφωνικού σταθμού, μαζί με την άφθονην κόκκινην σάλτσαν, θεωρείται άραγε από τους υπευθύνους αρκετή ικανοποίησις του κοινού δια την ζητουμένην νέαν αύξησιν της συνδρομής. Πολλοί αναγνώσραι μας γράφουν ότι θα σπάσουν το ενοχλητικόν μηχάνημα». Οι μεταγενέστερες επαναλήψεις παρόμοιων αγανακτήσεων, πανομοιότυπες σε πολλές κυβερνητικές φάσεις, κάνουν όσα γράφονται για το ραδιόφωνο την περίοδο αυτή, μορφωτικά για την κλιμάκωση των αντιδράσεων της κοινής γνώμης. Δεν μπορούμε φυσικά να γνωρίζουμε με ακρόβεια πόσο οι αντιδράσεις αυτές είναι πραγματικές και όσο είναι αυθόρμητες και όχι υποκινημένες απ’ τα συνεχή σχόλια των εφημερίδων. Να ένα ακόμα δημοσίευμα του ΕΜΠΡΟΣ που υποκινεί και καταγράφει δυναμικές αντιδράσεις «αγανακτησμένων» πολιτών.
«ΔΙΑ ΤΟΝ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΝ ΣΤΑΘΜΟΝ. Ήτο καιρός, Έλληνες πολίται ακροαταί του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών δια της κοινοποιηθείσης υπ’ αριθ. 4544 εξωδίκου δηλώσεως μετά διαμαρτυρίας εφιστούν την ιδιαιτέραν προσοχήν των αρμοδίων επί της εκπομπής, ήτις επ’ εσχάτων σημειούται εις τας ραδιοφωνικάς εκπομπάς, την συστηματικήν και δολίαν διαστρέβλωσιν της αληθείας, δηλούν ότι διακόπτουν την καταβολήν συνδρομών και ακρόασιν τούτου και υπογραμμίζουν τας ευθύνας των παραβατών του Ν. 755/1917, του Ν. 5060». Και η ίδια εφημερίδα συνεχίζει της επομένη:
«Ο ΜΟΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ. – Εξακολουθούν αι διαμαρτυρίαι δια την αηδίαν του ραδιοφώνου μεταβληθέντος εις ηχητικόν οχετόν. Τι να γίνη; Είπομεν: να μην πληρώωνωμεν. Και να ανοίγωμεν το ενοχλητικόν μηχάνημα μόνον την Κυριακήν δια την λειτουργίαν της Μητροπόλεως – Όσοι δεν πηγαίνομεν εις την Εκκλησίαν».Και για να σχηματίσουμε σαφή εικόνα του «ηχητικού οχετού» που οι Αθηναίοι ακροατές ήταν υποχρεωμένοι να υφίστανται, το πρόγραμμα μιας ημέρας θα μας είναι χρησιμότατο. Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 1946. 6.45 Μουσική. 7.00 Αναμετόδοσις ειδήσεων εις την ελληνικήν από τον Σταθμόν του Λονδίνου. 7.15 Πρωινή μουσική. 7.30. Επανάληψις αγγλικού μαθήματος 8.00 Ειδήσεις και κρατικαί ανακοινώσεις 8.15 Μουσική 12.00 Μουσική 12.30 Ελαφρό μεσημβρινό κοντσέρτο. 13.00 Ειδήσεις. 13.10 Τραγούδια 13.30 Ειδήσεις 13.45 Εκπομπή δια τας στρατιωτικάς δυνάμεις. 14.30 Τραγούδια με την Βέρα Λυν. 14.50 Μουσικός προβολεύς 15.00 Ειδήσεις 16.30 Το αγγλικό μας μάθημα 17.15 Γαλλική εκπομπή 17.30 Ελαφρά μουσική για δυο πιάνα 17.45 Κρητικά δημοτικά τραγούδια από τον όμιλο Παπαδογιάννη. 18.00 Ειδήσεις 18.10 Η ώρα του παιδιού 18.30 Το πρόγραμμά σας. 19.00 Ειδήδεις εις την αγγλικήν 19.15 Συνέχεια της εκπομπής «Το πρόγραμμά σας» 20.15 Μας μιλούν οι Αγγλοι. 21.00 Ρεσιτάλ σαξοφώνου του κ Μπάμπη Μπερκέτη. 21.35 Λίγη ώρα μα την ορχήστρα σαλονιού του Άλφερντ Κάμπολι 21.45 Ρεσιτάλ τραγουδιού της κ. Κάκιας Σκληρού 22.00 Βιεννέζικες μελωδίες 23.00 Μουσική χορού. 23.45 Ειδήσεις.

Η παραπαίουσα πορεία των πολιτικών πραγμάτων καταλήγει στη λύση εκλογών που αποφασίζονται για τις 31 Μαρτίου 1946. Σύμφωνα με τους προεκλογικούς θεσμούς ο Ηρακλής Πετμεζάς απομακρύνεται από το υπουργείο Τύπου και διορίζεται υπηρεσιακός υπουργός. Ο Χρονόπουλος δεν ικανοποιείται. ΒΡΑΔΥΝΗ, 6 Μαρτίου 1946. «Και από την Ραδιοφωνίαν. Δεν αρκεί που απεπέμφθη από το υπουργείον Τύπου ο κ. Πετμεζάς. Πρέπει εντός της ημέρας να αποπεμφθή και από την Ραδιοφωνίαν της οποίας δεν έπαψε να είναι πάντοτε Γενικός Διευθυντής, δυνάμει σκανδαλώδους νόμου τον οποίον ο ίδιος κατήρτησεν. Διότι δεν είναι δυνατόν να ευρίσκεται το Ελληνικόν Ραδιόφωνον εις χείρας ανθρώπου ευρισκομένου εις την υπηρεσίαν των εχθρών της Ελλάδος. Η ¨μονιμότης» με την οποίαν κατωχύρωσεν εαυτόν ο αποπεμφθείς υπουργός δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογίαν. Εάν ο κ. Σοφούλης δεν θέλει να πιστεύσωμεν εις την συμπαιγνίαν που πολλοί ψιθυρίζουν, ας καταργήση εντός της ημέρας την θέσιν του ανθρώπου αυτού όστις όσον ανάξιος υπουργός υπήρξεν τόσον ανάξιος Διευθυντής της Ραδιοφωνίας είναι». Το άσβεστο μίσος προς το πρόσωπο του Ηρακλή Πετμεζά, η αναμφισβήτητη και ευδιάκριτη φιλοδοξία και το κομματικό πάθος αδάμαστο την συγκεκριμένη εποχή, όλα αυτά που εμπνέουν τη λαύρα σχολιογραφία και της Ραδιοφωνίας δεν πρέπει να μας εμποδίσουν να αναγνωρίσουμε πως πράγματι είναι προοκλητική και αήθης η διπλή ιδιότητα του Πετμεζά. Πολιτική θέση ως υπουργός ταυτόχρονα και υπάλληλος του δημοσίου ως διευθυντής του σταθμού. Ο ίδιος άνθρωπος νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Μια ασυμβίβαστη διπλοθεσία που κράτησε τρεισίμιση μήνες έστω και αν ουσιαστικά τα τρέχοντα του Σταθμού είχαν μεταβιβαστεί στον Δημαρά. Η κοινή γνώμη δεν ήταν ενήμερη πάνω στις λεπτομέρειες όπως πως και τυπικά από τις 17 Ιανουαρίου του 46 ως διευθυντής του Ιδρύματος φέρεται ο λογοτέχνης Κωνσταντίνος Δημαράς, που είχε ως τότε τη διυθυνση του προγράμματος. Το πώς και το γιατί ο συντάκτης του σχολίου της ΒΡΑΔΥΝΗΣ στις 6 Μαρτίου αναφέρει ως διευθυντή της Ραδιοφωνίας τον Πετμεζά, ενώ 45 μέρες νωρίτερα είναι διορισμένος στη θέση αυτή ο Δημαράς οι κύριοι λόγοι μπορεί να είναι δύο, η ο επικριτής αποφεύγει να αναφερθεί στην αντικατάσταση μόνο και μόνο για να δημιουργ΄ξσει εντυπώσεις η η αντικατάσταση έγινε μετά την 6 Μαρτίου αλλά ίσχυσε αναδρομικά.
Από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου που γίνονται με απόλυτη αποχή των κομουνιστών η δεξιά πέτυχε μια μεγάλη νίκη. Η κυβέρνηση που σχηματίσθηκε υπό τον Π. Πουλίτσα πρόσφερε έδαφος για ακόμη δριμύτερη κριτική για την λεοτουργία της Ραδιοφωνίας. Πριν από τις εκλογές ωστόσο οι ακρεφνείς εθνικόφρονες αντίπαλοι υων Πετμεζά , Δημαρά είχαν καλλιεργήσει ένα διχαστικό κλίμα στο προσωπικό του ΕΙΡ πατρονάροντας και κατευθύνοντας τις αξιώσεις κάποιων που είχαν εργασθεί για την ΑΕΡΕ αλλά δεν προσλήφθηκαν από το ΕΙΡ. Ο Δημήτρης Χρονόπουλος πρωτοστατεί και σ’ αυτή την φάση. Το σχετικό δημοσίευμα από τη ΒΡΑΔΥΝΗ δεν χρειάζεται σχόλια. 7 Μαρτίου. «ΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΤΗΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ. Ενώπιον του πρωτοδίκου εργατικών διαφορών εξεδικάσθη εχθές το απόγευμα η αγωγή, την οπόιαν ήγειραν κατά της ΑΕΡΕ και του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας οι εργασθέντες εις ρον Ραδιοφωνικόν Σταθμόν εθνικόφρονες υπάλληλοι, τους οποίους τα δυο υπό κατηγιρίαμ ιδρύματα δεν αποζημίωσαν. Ο εκπρόσωπος του Δημοσίου κ. Κουντούρης απέκρουσεν την παρέμβασιν ως επίσης και ο προϊστάμενος τέως διευθυντής του Ραδιοφωνικού Σταθμού κ. Δ. Χρονόπουλος όστις απέδειξε την αντίδρασιν των δυο αυτών οργανισμών από της απελευθερώσεως και εντεύθεν. Τέλος εξητάσθη ως μάρτυς κατηγορίας ο τέως υπουργός Τύπου κ. Π. Γαρουφαλιάς όστις εξήρε τας υπηρεσίας των εθνικοφρόνων υπαλλήλων και ετόνισε την υφισταμένην εις την Ραδιοφωνίαν γενικήν ανωμαλίαν. Ο κ. πρόεδρος επεφυλάχθη να εκδώση την απόφασίν του. Την άποψιν των υπαλλήλων υπεστήριξε δια σειράς επιχειρημάτων ο δικηγόρος κ. Αθ. Στεργίου». Υπόθαλψη των χαρακτηρισθέντων εθνικοφρόνων, σαφείς απειλές κατά των εργαζομένων στη Ραδιοφωνία. Σκληρές αντιπαραθέσεις με παίγνιο την εργασία κάποιων ανθρώπων που οι σκοπιμότητες και οι πολιτικές και προσωπικές αντιθέσεις τους άγουν και τους φέρουν. Μια τακτική που εφαρμόζεται με σκληρότητα και πείσμα και που στην προκειμένη περίπτωση τροφοδοτείται από τις απροκάλυπτες επιδιώξεις του Χρονόπουλου. ΒΡΑΔΥΝΗ, 19 Μαρτίου 1946. «Αν απήργησαν η δεν απήργησαν οι υπάλληλοι του ραδιοφωνικού σταθμού είναι αδιάφορον, όπως είναι αδιάφορον αν με τους υπαλλήλους αυτούς και με τα εαμοκουμουνιστικά προγράμματα που μεταδίδουν λειτουργεί η δεν λειτουργεί ο σταθμός. Άλλωστε δεν θα έχουν οι κύριοι αυτοί να ασχολούνται και πολύ καιρόν με τον σταθμόν. Περίπου μπορούν να θεωρήσουν τους εαυτούς των από τώρα παισανίας. Διότι την επομένην των εκλογών θα απολυθούν συλλήβδην. Το δε παιγνίδι που παίζουν με τας απεργίας προσπαθούντες να μονιμοποιηθούν ώστε να μην απολυθούν μετά τας εκλογάς, είναι απλώς ανόητον». Δημοσιογραφικό ήθος υψηλής ποιότητας. Οι ρίζες του φατριασμού και του διχασμού καλοποτίζονται απ’ ότι διαπιστώνει ο αναγνώστης.

Φθάσαμε ωστόσο στο σημείο που πρέπει να δώσουμε το λόγο στον πρωταγωνιστή των γεγονότων εκείνων των ημερώνκαι κεντρικό στόχο των επιθέσεων και των κατηγοριών που είναι ταυτόχρονα και ο γεννήτορας του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, ο πρωτοστάτης της σημερινής ΕΡΤ που οι γιορτασμοί και οι επέτειοι τον αγνοούν, λιβανίζοντας τις φιλοδοξίες και συντηρώντας έτσι το ίδιο πνεύμα που κυριρχούσε και τότε.
Στο διάστημα της έρευνάς μου για την Ιστορία της Ραδιοφωνίας και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 1998 πληροφορήθηκα απροσδόκητα από ένα τηλεφώνημα του ίδιου πως ένα από τα μυθικά πρόσωπα της ραδιοφωνικής εποποιίας βρισκόταν εν ζωή και μάλιστα αυτός που εκείνη ακριβώς εποχή επεξεργαζόμουν τα δημοσιεύματα της ΒΡΑΔΥΝΗΣ που τα αντέγραφα απ’ την Εθνική Βιβλιοθήκη. Ανέλπιστη τύχη για της έρευνά μου. Έσπευσα να επισκευθώ τον εννενηντεξάχρονοχρονο γέροντα στο μικρό του διαμέρισμα της οδού Τσακάλωφ. Στα πλαίσια των αναζητήσεων, στο μεγάλο διάστημα που διάρκεσε η περιπέτεια των ραδιοφωνικών αναδρομών μου είχα την ευκαιρία να συναντηθώ και να συνομιλήσω με πενήντα τουλάχιστον από τους αυτόπτες του ραδιοφωνικού παρελθόντος. Ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, παρήλικες οι περισσότεροι, ανασκάλευαν όλοι τις μνήμες τους και τα συρτάρια τους συναρμολογώντας το ραδιοφωνικό μωσαϊκό. Κανένας απ’ όλους αυτούς δεν διέθετε την καθαρότητα της μνήμης του Πετμεζά αν και ο αρχιτέκτονας της ελληνικής Ραδιοφωνίας ήταν μια τουλάχιστον δεκαετία μεγαλύτερος απ’ όλους.
Μου μίλησε για πολλά και τον ρώτησα για πολλά. Τίποτα ωστόσο δεν αξίζει σε σημασία και εγκυρότητα όσο το ιδιόγραφο κείμενο που μου έχει απευθύνει και που το δημοσιεύω ( ένα μικρό απόσπασμα δημοσίευσα στη «Ραδιοτηλεόραση» ) αυτούσιο για χάρη της τεκμηρίωσης του ραδιοφωνικού χρονικού.
Μια προσωπική περίπτωσις που αντιφεγγίζει τις συμφορές ενός Έθνους.

Αγαπητέ Κύριε Χατζηδάκη
Δια την Ραδιοφωνία έχουν γραφεί πολλά. Εγώ θα αναφερθώ ειδικώτερα εις την πολιτική πλευρά του θέματος κυρίως για την κρίσιμη εποχή του 1945 – 46, τότε που είχα την καθοριστική αρμοδιότητα και μόνος απεφάσισα, (η υπογράμμιση δική του)και πραγματοποίησα τον μετασχηματισμό της ΑΕΡΕ εις ΕΙΡ. Δια την κατανόηση των γεγονότων πρέπει ο αναγνώστης να έχει κατανοήσει τις περιστάσεις και να μπει εις το πνεύμα της εποχής, τότε που υπήρχε ελληνικόν κράτος, μόνο κατά τύπους (η υπογράμμιση δική του) ανεξάρτητο και πρακτικώς σκιώδες. Όταν:
Την πραγματική εξουσία ασκούσαν, ο Στρατηγός Σκόμπυ (εν ανταγωνισμώ με τον πρεσβευτήν Λήπερ) και το ΕΑΜ-ΚΚΕ ( εν ανταγωνισμώ με το κράτος – Πλαστήρα και τις εθνικές οργανώσεις του αντικομμουνισμού). Όλοι οι κατέχοντες τότε εξουσίαν την κατείχον «δυναμικά» - άλλο ζήτημα εάν αυτό, το επιθυμούσε ή το ενέκρινε μία λαϊκή μερίδα. Κάποια βέβαια νομότυπη διαδικασία ακολουθείτο εις την πρωτεύουσα και τις μεγάλες πόλεις, για την καθημερινή διαβίωση. Κατ’ ουσίαν όλα και όλοι ήσαν απότοκοι δυναμικών επιβολών.
Από μακρού χρόνου δεν υπήρχε ομαλότης. Από το 1936 δεν υπήρχε δημοκρατικών βάσεων κυβέρνηση. Και από το 1941 δεν υπήρχε κράτος επί ανεξαρήτου εδάφους (ιδικού μας εννοώ). Όπως λέμε η εξουσία επεπόλαζε εδώ κι εκεί. Εις ολίγων τα χέρια ήτο προσιτή. Στην περίπτωση της Ραδιοφωνίας αυτό το χέρι έπρεπε να είναι δίπλα στην πέννα του Πλαστήρα, επάνω εις το γραφείο του υπεξ Ι. Σοφιανόπουλου, και κοντά στις στρατιωτικές επισταθμίες των βρετανών οι οποίοι μετά κόπου είχον πάλιν εγκατασταθεί, πενόμενοι, εις την ανακαταληφθείσαν Ελλάδα. Η Μοίρα ηθέλησε αυτό το χέρι να είναι το δικό μου. Προς ζημίαν μου. Θα ηδυνάμην , αγαπητέ Κύριε Χατζηδάκη, έχων τραπεζικάς γνώσεις και πείραν, να εξασφαλισθώ το 1945 εις μιαν λαμπράν θέσιν με παχοιλήν αμοιβήν και να περνώ καλά ύστερα από τα δεινά της κατοχής και των φυλακών. Ανέλαβα την πολύ μπελαλίδικη τότε Γεν. Δ/ση Ραδιοφωνίας πηγαίνοντας εις την Ρηγίλλης με τον τροχιοδρόμο της Ακαδημίας πρωί – απόγευμα, και τα Σαββατοκύριακα. Και απεκδυόμην εις ιδεολογικούς αγώνες εν Ελλάδι!! (δια να καταφύγω εν τέλει εις την δημοσιογραφικήν βιοπόαλην – αφού ήμουν έτσι κι αλλιώς ο μόνος ίσως έλλην που είχε βγει δημοσιογράφος και εκδότης από την Aντίσταση).
Τι με είχε προσελκύσει εις την Ραδιοφωνίαν το 45;
Η δυνατότης επικοινωνίας, σε μια κρίσιμη ώρα δι αποφασιστικάς εξελίξεις εις την χώραν, με 100.000 έλληνες (περίπου) (δηλωμένες συσκευές 20.000- ακροαταί 50.000, κι άλλες 20.000 περίπου οι αδήλωτες).
Εις τα διαδικαστικά της μετατροπής της ΑΕΡΕ εις ΕΙΡ εχρειαζόμην ειδικούς νομομαθείς. Με εβοήθησαν ο Γ. Σεφεριάδης (Σεφέρης) Ανωτ. Υπάλ. του Υπεξ. Και ο Γ. Μαύρος (του Σοφούλη) εις την διατύπωσιν των Συντακτικών Πράξεων κλπ. Εν γενικαίς γραμμές το εκ 300 περίπου υπαλλήλων παρέμειναν. Ζήτημα εάν απελύθησαν 5 -6. Προσέλαβα χήρες και αδελφές πεσόντων αγωνιστώ. Λίτινα, Κωτσόβολου, Κοντογούρου. Δική μου επιλογή οι Κ. Δημαράς, Διον. Ρώμας (Τ.Παπατσώνης, εις το υπουργείο Τύπου ο τελευταίος. Τεχνικό Διευθυντή εζήτησε ανανδότως αρχήθεν ο υπουργός Τύπου Διον. Ζακυνθινός, να προσλάβω τον Μιχ. Αναστασιάδη αντί του προτεινομένου υπ’ εμού Στεφ. Ελευθερίου συνεργάτη μου στην Αντίσταση. Και απαραίτητος βεβαίως υπήρξε, και πολύτιμος, η βοήθεια του βρετανού αξιωματικού τεχνικών υπηρεσιών Newlands. Πόλεμον και αντιδράσεις αντιμετώπισα πανταχόθεν ευθύς ως ανέλαβα, διότι εθίγοντο οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Κύριος υποκινητής του πολέμου ήταν ο Τζώρτζης Αθανασιάδης (της «Βραδυνής») ο οποίος χρησιμοποίησε και τον Δ. Χρονόπουλο (πρώην Δ/ντή της Ραδιοφωνίας). Ο Χρονόπουλος με χαρακτηρίζει εις την Καθημερινήν της Κυριακής 31-12-95 ως εξαίρετον άνθρωπον και αγωνιστήν.
Με τας επικρατούσας τότε συνθήκας η Ραδιοφωνία, φυσικώ τω λόγω απετέλει στόχον υπ’ αριθ. Ένα δια τας επικινδύνως αντιμαχομένας πολιτικάς δυνάμεις.
Αφ’ ετέρου εις ότι αφορά τον ξένο παράγοντα υπενθυμίζω τα ακόλουθα:
Την επικυριαρχία εις την περιοχήν τηςΝ.Α. Μεσογείου, όπου ανήκομε, είχε συμφωνηθεί από τους τρεις Ηγέτες Ρούσβελτ Τσώρτσιλ Στάλιν να ασκούν οι Βρετανοί. Είχαν και οι Βρετανοί τα «οικογενειακά» τους και οι επιπτώσεις των ερίδων και των διαφορών τους εις τα δικά μας πράγματα προσέθεταν δυσχερείας και πρoβλήματα εις την ήδη αρκούντως δραματική κατάσταση της χώρας μας. Οπωσδήποτε, γεγονός είναι ότι η Ελλάς είχε αναγνωρισθεί πάλιν από την Ουάσιγκτον και την ΕΣΣΔ αυτό που ήταν και προπολεμικώς, δηλ. ζώνη επιιρροής του Λονδίνου. Τούτο άλλωστε είχε ακροθιγώς προσυμφωνηθεί εις τας συνομιλίας της Τεχεράνης. Την είδησιν την έγραψαν τότε αι αμερικανικαί εφημερίδες. Το αναφέρω εις τον παράνομον «Ελλην. Αγώνα» αρχάς του 44. Η πληροφορία είχε διαρρεύσει από ουδέτερη Πρεσβεία εν Αθήναις. Η «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» το προέβαλεν εν εκτάσει - όλο το θέμα – με την υπογραφή του Δ/ντού της Γ. Μαρμαρίδη περί τα τέλη της δεκαετίας του 80. Και οπωσδήποτε τα διαμειφθέντα εις Τεχεράνη επεσφράγισαν αο συνομιλίαι Στάλιν – Τσώρτσιλ εν Μόσχα, Οκτώβριο του 44, όπου εκρίθη η τύχη της Κ. Ευρώπης υπέρ της ΕΣΣΔ, και της Ελλάδος υπέρ της Βρετανίας. Και ο Τολμπούκιν ανακόπτει την προέλασίν του ακριβώς εις την ελληνικήν μεθόριον. Και ευγλώττως ομιλεί, δια το ενδιαφέρον, εκάστου των 3 Συμμάχων, εν Ελλάδι, η αναλογία των δυνάμεών του, ενταύθα το 44 Βρετανοί; Πολλαί χιλιάδες. Αμερικανοί; Εκαντοτάδες τινές. Σοβιετικοί; Δυο μονάδες. Ακριβώς δύο εν όλω. Σιωπηλοί και ουδέτεροι. Αμέτοχοι. Ο συν/χης Ποππέρ και ο αντ/χης Τσέρνιτσεφ ένας σοβαρός και ειλικρινής άνθρωπος που εγνώρισα μεταπελευθερωτικώς. Το ίδιο συνέβαινε το 43 – 44 και στο Κάιρο όπου ήταν το «Συμμαχικό» Στρατηγείο Μ. Ανατολής. Σκιώδης η Ρωσική παρουσία. Κάποιος Νοβίκωφ, άγνωστος διπλωμάτης με ελάχιστο προσωπικό και ντόπιους κλητήρες εκπροσωπούσαν όλως τυπικώς την πανίσχυρη εις τα άλλα Μέτωπα ΕΣΣΔ του Στάλιν.
Κατά τα άλλα, βαρεία η ατμόσφαιρα του 45 με τα έντονα πάθη και τα πρόσφατα πένθη δεξιών και αριστερών, αποτελούσε σαφές προμήνυμα νέων συμφορών και αι συμφιλιωτικαί εκπομπαί μου από το ΕΙΡ έπιπτον εις το κενόν εξ αριστερών, βαλλόμεναι ως αντεθνικαί εκ δεξιών. Και εγώ πολεμούσα όπως πάντα και τους 3 ολοκληρωτισμούς, τον φαιόν, τον ερυθρόν και τον χρυσαφένιον του Διεθνούς Χρήματος και του Μεγάλου Κεφαλαίου, αυτό που κάνω ακόμη και τώρα, διότι ανήκω σε μια γενεά που εγνώρισε δυο παγκόσμιες συρράξεις, που έζησε τρεις μεγάλους εθνικούς διχασμούς, που υπέστη πολλά και αναζητεί πάντα κάτι καλύτερο από την πραγματικότητα με τις αδικίες της, τα ψεύδη και την κακία της. Ουτοπία; (τι θα ήταν αυτή η ζωή χωρίς τις ουτοπίες της κύριε Χατζηδάκη…).
Εν πάση περιπτώσει θα τονίσω άλλη μια φορά όσα θεωρώ ιδιαίτερης σημασίας, και επανέρχομαι εις την παρουσία των δύο εν όλω Σοβιετικών εν Ελλάδι το 1944, διότι τι άλλο εχρειάζετο δια την εξαγωγήν των δεόντων συμπερασμάτων και πως εφαντάζετο «ο Αρχηγός των Ατάκτων» , ότι αυτός θα ηδύνατο, παρόντων χιλιάδων Βρετανών εις την περιοχήν (και εις διάστασιν αυτός, με την πολιτικήν ηγεσίαν του Κινήματος) να διατηρήσει ανέπαφο το Βελουχιώτικο Status quo. Αυτό εξηγείται μόνον από την αταξία μέσα εις την οποία παράδερνε η διάνοια του Άρη, βουνίσιου προϊόντος. Το βουνό έδινε τότε στον ένοπλο την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας (Δεν υπήρχαν ακόμη εν χρήσει πολλά ελικόπτερα). Λίγο παραπάνω από μας ο παμπόνηρος ο Τίτο, Αρχηγός των Ευτάκτων αυτός, θαυματουργούσε, δημιουργών μια Μεγάλην Γιουγκοσλαυίαν και, εν διαστάσει με τη Μοσχα, παγιδεύων με τα Μπούλκες και λοιπά. Και εβάδισαν υπνωτισμένοι προς την Συλλογικήν Αυτοκτονία. Το ευρύτατης βάσης λαϊκοδημοκρατικό κίνημα θα γινόταν με τον εμφύλιο, πλήρως υποχείριο του ΚΚΕ. Ο δικός μας Εμφύλιος εξυπηρετούσε τη Σταλινική αφομοίωση της Πολωνίας Ανατολικής Γερμανίας Ουγκαρίας Τσεχοσλοβακίας κλπ. Οι Βρετανοί λόγω οικονομικής αδυναμίας θα παρέδιδον εν ονόματι της ιδιαζούσης σχέσεως Λονδίνου – Ουάσιγκτον, τας εν Ελλάδι θέσεις των εις το Αμερικανικό Πεντάγωνο. Με την επίθεσιν στο Λιτόχωρο το ΚΚΕ είχε εξαπολύσει ένα αντάρτικο εμφύλιο τον οποί τελικά θα επρόδιδε ο Ζαχαριάδης με καταλήψεις πόλεων και επιθέσεις μετωπηδόν.
Σοφοκλής, Αισχύλος, Ευριπίδης, Ρακίνας και Σαίξπηρ μαζί….
Τραγωδία προσχεδιασμένη. Το 45-49. της Ελλάδος των θρήνων, των οδυρμών και των ερειπίων. (Και όμως επέζησε τότε)

Η ανάμειξή μου εις την Ραδιοφωνίαν ήταν μια πράξη με πολιτικό κίνητρο. Εκ διαισθήσεως ετάχθην εκ των πρώτων το 45 υπέρ των δημοκρατικών και ειρηνικών λύσεων. Ήλπιζα να αποτραπεί ο καινούργιος εμφύλιος. Αι εκλογαί του Μαρτίου 46 τον επέσπευσαν. Η παραίτησή μου ήταν επιβεβλημένη. Η ένταξη του ΕΙΡ εις το λεγόμενο «Κράτος της Δεξιάς» ήταν αναπόφευκτη, πολύ ευλόγως, αφού θα είχαμε πολυετή αιματηρό εμφύλιο. Τα επακόλουθα του του ελληνικού δράματος 45 – 49 είναι γνωστά-

Και εδώ περαίνω την λίαν οδυνηράν ανάξεση πληγών που αποτελεί η περιγραφή των εν λόγω γεγονότων.

Προσθήκη όπου δεί.

…Ευθύς μετά την αποφυλάκισή μου και την αποχώρηση των Γερμανών με ανεζήτησε ο Γ. Δρόσος συνεργάτης μου στο «Νικήτα», δια να με οδηγήσει εις τον Φίλωνα γραμματέα του εν εξορία βασιλέως. Όταν εφεύγαμε ο Φίλων μου είπε μια δυο φορές «σας περιμένω όποτε θέλετε να τα ξαναπούμε». Δε επήγα ποτέ. Ο Γ. Δρόσος με επήγε και στον Σπ. Μαρκεζίνη ανατέλλοντα αστέρα της πεφωτισμένης Δεξιάς ο οποίος με κράτησε και στο τραπέζι (ήταν στην Κηφισιά, Πεντελικό νομίζω)-Δεν το ανταπέδωσα ακόμη. Ο Δρόσος ήταν εν γνώσει ότι εγώ ως «Νικήτας» είχα συνδράμει την «Εθνική Δράση» βασιλοφρόνων- Παπάγου δια να στείλει 10 αξιωματικούς (της «Αλβανίας», όπως ελέγοντο οι εμπειροπόλεμοι) εις τον Ζέρβα. Είχα δώσει από το ταμείο του «Νικήτα» 100 χρυσές στον εκπρόσωπό της συν/χη Αντωνόπουλο παρουσία Π. Σιφναίου σ’ ένα γραφειάκι Πλατεία Κολοκοτρώνη όπυ είχα γνωρίσει και τους Τριανταφυλλάκο, Ρικάκη, Παππά κ. ά. Ο Σιφναίος μου πρότεινε να επισκευθώ τον Παπάγο με τον οποίον είχα συνομιλίαν κάπου εις την οδ. Πραξιτέλους όπου διέμενε. Ο Ζέρβας τότε μου διεμήνυσε επειγόντως ότι εφεξής ήθελεν μόνο αποτάκτους Πλαστηρικούς των δημοκρατικών κινημάτων. Ευνόητος ο λόγος. Έστω και αν οι εν λόγω αξιωματικοί είχαν μείνει χρόνια εκτός υπηρεσίας και ήσαν μεγάλης ηλικίας. Έστω και αν επιέζετο ο ΕΔΕΣ μεταξύ Ελασιτών και Γερμανών και εστερείτο εμπείρων βαθμοφόρων. Οι της Εθνικής Δράσεως εθεωρούντο οι καλύτεροι του Ελληνικού Στρατού. Ο Ζέρβας ήθελε να κρατήσει ο ΕΔΕΣ του βουνού αυστηρώς σύνθεσιν Πλαστηρική δια πολιτικούς λόγους. Εξήγησα πάντως διατί ο Δρόσος με επήγαινε εις Φίλωνα, Παπάγον, Μαρκεζίνην. Να προσθέσω και τον Σπ. Μελά του Βήματος – Εστίας.
Παραλλήλως όμως με τα τηλεφωνήματα του Δρόσου, ελάμβανα τον ίδιο καιρό, με πολλήν εγκαρδιότητα προσκλήσεις από την άλλην πλευράν. Φορεύς τούτων αρχικώς ήτο ο Γιάννος Τσιριμώκος. Είχαμε γνωρισθεί εις τας Φυλακάς Αβέρωφ. Επηκολούθησαν άλλα πολλά, διότι η εποχή ήταν εξαιρετικά γόνιμη εις πολιτικάς ζυμώσεις. Ούτω, συνεδέθην με τον Στρατηγόν Οθωναίο και έλαβα ενεργόν μέρος εις τον αγώνα των Δημοκρατικών Συλλόγων, συνηργάσθην με τον καθηγητήν Ν. Κιτσίκην ιδρυτήν του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου
Έβλεπα τακτικά τον Σύμβουλο Επικρατείας Ν. Κολυβά, τον βουλευτή Κρήτης Γ. Πιστολάκη, τους Σοφιανοπουλαίους και άλλους της μη κομμουνιστικής Αριστεράς.
Εκείνο που εντυπωσίαζε τότε ήταν το ευρύτατης λαϊκής βάσης και παλλόμενο από ζωτικότητα δημοκρατικό κίνημα.
Αυτό το μέγα πλήθος με το έντονο πάθος στη μεγάλη συγκέντρωση της Απελευθέρωσης στη Πλατεία Συντάγματος είχε ανησυχήσει τον Σκόμπυ βαθύτατατα. Εξιστορώ εις την ΑΚΡΟΠΟΛΗ της 26 – 12 58 τα της συνομιλίας μου με τον Στρατηγό στα Δεκεμβριανά όταν με εκάλεσε όπως μεσολαβήσω να συναφθή ανακωχή με το ΚΚΕ ΕΛΑΣ προσπάθεια η οποία εγένετο μέσω Σταμ. Μερκούρη αλλά απέτυχε. Κακό προμήνυμα. Διότι δυστυχώς τελικά , ύστερα από παλινωδίες και ταλαντεύσεις δύο χρόνων περίπου υπερίσχυσαν σ’ όλο το Εαμικό κίνημα οι ακραίοι (και οι ύποπτοι). Διότι ούτε ο Σιάντος, ούτε ο Ζεύγος, ούτε ο Καραγιώργης, ούτε ο Πορφυρογένης τους οποίους έτυχε να συναντήσω δεν ήθελαν τις εξελίξεις του 46 – 49 γνωρίζοντες τις απόψεις της Μόσχας επί παρομοίου ενδεχομένου.
Διατί γράφω αυτά τώρα; Διότι εξερχόμενος εν μέσω εκρηγνυομένων όλμων από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού όπου είχε το Στρατηγείο του ο Σκόμπυ, για πρώτη φορά έκαμα τότε τη σκέψη πόσο χρήσιμο απόκτημα θα ήταν για κάθε δύσκολη περίσταση μια δυνατή Ραδιοφωνία…….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget