27.11.09

Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Η ζωή μου

Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας

φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας

εκδόσεις Κέδρος

Αθήνα, σ. 294, 11,96 ευρώ

Με την επανέκδοση της αυτοβιογραφίας του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη συναντιούνται και πάλι στην αγορά δύο βιβλία που φέρουν τον ίδιο τίτλο, «Η Ζωή μου». Του Λαπαθιώτη, που είχε πρωτοεκδοθεί το 1986 και ήταν από καιρό εξαντλημένο, δίπλα στου Βικέλα, που έχει εκδοθεί πολλαπλώς και από διαφορετικούς εκδότες.

Συμπτωματικά, και οι δύο συγγραφείς, στις αυτοβιογραφίες τους, πρόλαβαν να καλύψουν τα 29 πρώτα χρόνια της ζωής τους. Τον πρώτο τον ανέκοψε η κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τον δεύτερο ο θάνατός του. Πάντως, και οι δύο κατά τη συγγραφή είναι προφανές πως έχουν κατά νου ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Γράφουν, ωστόσο, τις αυτοβιογραφίες τους σε διαφορετική ηλικία. Περασμένα τα 65 ξεκίνησε τη συγγραφή ο Βικέλας, συνεχίζοντας μέχρι τον θάνατό του, στα 72 του. Ενώ ο Λαπαθιώτης ήταν στα 52. Και οι δύο αυτοβιογραφίες δημοσιεύτηκαν κοντά στον χρόνο της συγγραφής τους. Αμέσως μετά τον θάνατό του, στις 7 Ιουλίου 1908, μέσα στον ίδιο χρόνο, του Βικέλα. Το 1940, ενόσω γραφόταν, του Λαπαθιώτη, σε συνέχειες, από τις 28 Απριλίου μέχρι τις 31 Οκτωβρίου, στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Μπουκέτο».

Κατά τ' άλλα, οι βίοι του Βικέλα και του Λαπαθιώτη διαφέρουν. Κι αυτό, όχι μόνο γιατί απέχουν οι κοινωνικές συνθήκες και γενικότερα, οι εποχές που έζησαν, αλλά και γιατί πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, με μοναδικό ίσως κοινό σημείο την ευαίσθητη ψυχοσύνθεσή τους, την οποία και αναδεικνύει η αυτοβιογράφηση. Παρ' όλα αυτά, μέσα από την ανάγνωση των αυτοβιογραφιών προβάλλουν ορισμένες ομοιότητες, που δείχνουν ότι στάθηκαν καθοριστικές, και ακόμη, κάποιες συμπτώσεις, που μας φαίνονται «νόστιμες», για να χρησιμοποιήσουμε ένα επίθετο που αρέσει στον Λαπαθιώτη. Και οι δύο ήταν γόνοι καλών οικογενειών κι έτυχαν ιδιαίτερα προσεγμένης παιδείας. Και οι δύο έγραφαν παιδιόθεν στίχους και επέδειξαν από νωρίς αγάπη για τη λογοτεχνία, αλλά δεν σπούδασαν φιλολογία. Κυρίως, όμως, και οι δύο υπεραγαπούσαν τη μητέρα τους, μένοντας διά βίου εξαρτημένοι από αυτήν. Κατά σύμπτωση, πέθαναν και οι δύο εφτά χρόνια μετά τον δικό της θάνατό. Πρόκειται για τη Σμαράγδα Μελά και τη Βασιλική Παπαδοπούλου. Η πρώτη συνδέεται με εξ αίματος συγγένεια με τη γνωστή οικογένεια Μιχαήλ Μελά, ενώ η δεύτερη είναι εγγονή του μεσολογγίτη αγωνιστή Γιαννάκη Ραζηκότσικα, που πρωτοστάτησε στην Εξοδο της πόλης, δίπλα στον μεγάλο του αδελφό Θανάση, τον ηρωικώς πεσόντα «Αρχηγό των εντοπίων». Είναι δύο γυναίκες με καλή μόρφωση, που λάτρευαν τους γιους τους: τον πρωτότοκο της οικογένειας Βικέλα και το μοναχοπαίδι που ήταν ο Λαπαθιώτης. Οι αυτοβιογραφίες δείχνουν τον βαθμό που οι δύο γυναίκες συνέβαλαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

Εκτός, όμως, από τη μητρική παρουσία, στον παιδικό κόσμο πρωτοστατούν οι συγγενείς από την πλευρά της, που τυχαίνει να ανήκουν σε ισχυρές οικογένειες. Ο Λαπαθιώτης, μάλιστα, από την πλευρά της μητέρας του συγγενεύει και με τους Τρικούπηδες, αφού ο Γιαννάκης Ραζηκότσικας είχε παντρευτεί την αδελφή του Σπυρίδωνος Τρικούπη. Από τις πιο ενδιαφέρουσες περιγραφές της αυτοβιογραφίας του είναι το προσκύνημα του νεκρού Χαρίλαου Τρικούπη, στην οικία Τρικούπη, ένα από τα πολλά αρχοντικά της Αθήνας που ανασταίνει. Και οι δύο αυτοβιογράφοι έτρεφαν ιδιαίτερη αδυναμία στις «μεγάλες» θείες τους, τις αδελφές της γιαγιάς τους, και πάλι από την πλευρά της μητέρας τους. Στις αναμνήσεις του ο Βικέλας επανέρχεται συχνά στην Ευφροσύνη Μαύρου, ενώ ο Λαπαθιώτης γράφει πως γεννήθηκε στα χέρια της «θείτσας» του και πως, μεγαλώνοντας, περνούσε πολύ καιρό στο σπίτι της. Μόνον που εκ παραδρομής -αν δεν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος του περιοδικού- την αναφέρει ως πρώτη εξαδέλφη του Σπυρίδωνα Τρικούπη αντί του Χαρίλαου. Ενα άλλο αγαπητό του πρόσωπο είναι ο νουνός του, ο ναύαρχος Γιάννης Ραζηκότσικας, στον οποίο οφείλει και την πρώιμη ενασχόλησή του με τη φωτογραφία. Με τις δύο μηχανές Κόντακ, μια μικρή και μια με φυσαρμόνικα, που του έφερε δώρο από την Αγγλία, και δάσκαλο έναν οικογενειακό φίλο, εξελίχτηκε σε παθιασμένο ερασιτέχνη φωτογράφο. Αλλωστε, πάθος επιδείκνυε ο Λαπαθιώτης σε ό,τι κι αν καταπιανόταν, αρκεί αυτό να μην ήταν επιβεβλημένο.

Και για να επικεντρωθούμε στον Λαπαθιώτη, στην αυτοβιογραφία του δεν πρωταγωνιστεί μόνον η μητέρα του αλλά και ο πατέρας του, ο κυπριακής καταγωγής Λεωνίδας Λαπαθιώτης. Καθόλου απόμακρος, όπως εκείνος του Βικέλα, διηγείται παραμύθια στον γιο του, τον γεμίζει δώρα και υποχωρεί στα καπρίτσιά του. Για να τον υπερασπιστεί, φτάνει να τραβήξει το αυτί του διευθυντή του σχολείου, προκαλώντας σκάνδαλο. Καίτοι στρατιωτικός, συνεργεί στην απαλλαγή του γιου του από το μάθημα της γυμναστικής και σε ευνοϊκή μεταχείριση κατά τη στρατιωτική του θητεία. Ο Λαπαθιώτης δίνει στοιχεία για τη σταδιοδρομία και την πολιτική ανάμειξη επί Βενιζέλου του πατέρα του, ο οποίος υπήρξε εξέχουσα φυσιογνωμία στρατιωτικού. Είναι προφανές πως, με κάθε ευκαιρία, τον εξαίρει. Γενικότερα, όμως, στέκεται γενναιόδωρος με τα πρόσωπα της ζωής του, ιδιαίτερα τους οικείους του και τους στενούς του φίλους.

Οπως και να έχει, ακριβολόγος και διαθέτοντας καλή μνήμη, γίνεται με την αυτοβιογραφία του πολύτιμος μάρτυρας της εποχής του. Ιδίως του λογοτεχνικού χώρου, καθώς περιγράφει εν εκτάσει τις συντροφιές κάποιων βραχύβιων περιοδικών και τις λογοτεχνικές παρέες ορισμένων, κεντρικών, τότε, καφενείων. Εκείνο που αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία είναι η συγχρονική εικόνα των προσώπων, που σκιαγραφεί, συχνά διαφορετική της καθιερωμένης, αφού τους περισσότερους, που είναι και συνομήλικοί του, τους γνώρισε σε ένα πρώιμο στάδιο, πριν από την καθιέρωσή τους. Πάντως, όταν αναφέρεται σε λογοτεχνικά σκάνδαλα, στα οποία ο ίδιος αναμείχθηκε, δείχνει προσεκτικός. Φροντίζει να δημιουργεί εντυπώσεις, αν όχι ευνοϊκές, σίγουρα όμως συμβατές με τους κρατούντες στην εποχή του ηθικούς κανόνες.

Στο πρώτο, το εισαγωγικού χαρακτήρα κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας, ο Λαπαθιώτης δίνει τον τίτλο «Το παραμύθι». Και πράγματι, σαν σε παραμύθι συνεχίζει, στρογγυλεύοντας όσα μπορεί να ενοχλήσουν. Ανάλαφρο και ανεπαίσθητα ειρωνικό το ύφος της αυτοβιογράφησης, κινείται σε τόνο εκμυστήρευσης. Σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζει τη μελαγχολική διάθεση, που τον κατέχει μετά τον θάνατο της μητέρας του, το 1937. Μόνο στην τελευταία παράγραφο, που δείχνει σαν μια εσπευσμένη κατακλείδα, δηλώνει τη ματαίωση των ελπίδων και την παραίτησή του από τη ζωή.

Ενα στοιχείο της ψυχοσύνθεσής του, έκδηλο στην αυτοβιογραφία, είναι η υπερβολική του ευαισθησία, που δεν φαίνεται να ατονεί με τα χρόνια. Συγκινείται εύκολα, συχνά μέχρι δακρύων. Κατατρύχεται από αίσθημα κινδύνου, στα όρια να τον καταλαμβάνει τρόμος. Αγαπά τα λουλούδια και τα ζώα, στο σημείο να μισεί το Πάσχα και την Πρωτομαγιά λόγω των βάρβαρων εθίμων του σφαγιασμού αμνών και ανθέων. Ως επιτομή της ευαισθησίας του θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ισχυρός δεσμός του με τη μουσική, την οποία και ανακηρύσσει κορυφαία των Τεχνών. Εχοντας κατά νου το αναγνωστικό κοινό του περιοδικού, δεν αναπτύσσει τις αισθητικές του θεωρίες. Διατυπώνει μόνο, κι αυτό επιγραμματικά, το ποιητικό του «πιστεύω», δηλώνοντας ότι ο στίχος του ανέκαθεν υπήρξε περισσότερο μια μουσική προσπάθεια, μια ηχητική υποβολή, παρά ειρμός και λογική συνέπεια. Καλό είναι η διατύπωση να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τους ποικίλους μελετητές, που κρατούν ανοιχτούς λογαριασμούς και τακτοποιούν φιλολογικά το θέμα της μεσοπολεμικής ποίησης.

Η αυτοβιογραφία του πιστεύουμε πως αποκαλύπτει και ένα πεζογραφικό ταλέντο, διαφορετικό από εκείνο των πεζών του. Κι αυτό διαφαίνεται, μεταξύ άλλων, στις περιγραφές της Αθήνας και των ταξιδιών του στην υπόλοιπη Ελλάδα και την Αίγυπτο, ακολουθώντας τις μετακινήσεις του πατέρα του.

Συνεργάτης του «Μπουκέτου» από το πρώτο του τεύχος, ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε σε αυτό την αυτοβιογραφία, καθώς και ένα μέρος του ποιητικού και πεζογραφικού του έργου. Ομως, οι συνομήλικοί του λόγιοι όσο και οι κατοπινοί φιλόλογοι φαίνεται πως σνόμπαραν το «Μπουκέτο», θεωρώντας το αμιγώς λαϊκό και ουδόλως λογοτεχνικό περιοδικό. Ισως γι' αυτό, από τον Λαπαθιώτη του «Μπουκέτου» έχουν εκδοθεί μόνον η αυτοβιογραφία και η νουβέλα του «Το τάμα της Ανθούλας». Και τα δύο από τον Γιάννη Παπακώστα, που βρίσκεται κοντά μία τριακονταετία «επί τα ίχνη» παλαιότερων συγγραφέων, από την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου μέχρι τον Μανώλη Μαγκάκη, φίλο τού Λαπαθιώτη. Περισσότερα, αλλού και με άλλη ευκαιρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget