9.11.13

Χέρμπερτ Μαρκούζε – Ο Μονοδιάστατος άνθρωπος


surrealistic-photography-by-tommy-ingberg
(απόσπασμα)
Ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο ο τρομοκρατικός πολιτικός ομοιομορφισμός, αλλά και ο μη τρομοκρατικός οικονομικοτεχνικός ομοιομορφισμός, που λειτουργεί με τη χειραγώγηση των αναγκών στο όνομα ενός γενικού ψευτοσυμφέροντος. Κάτω από τέτοιες συνθήκες αποτελεσματική αντίσταση στο σύστημα δεν μπορεί να γίνει. Ο ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο μια ορισμένη μορφή κυβέρνησης ή κόμματος, είναι ακόμα κι ένα ειδικό σύστημα παραγωγής και διανομής, που εναρμονίζεται απόλυτα με τα «πολλά» κόμματα και τις εφημερίδες, με την «διάκριση των εξουσιών» κ.λπ..
Σήμερα, η πολιτική εξουσία βασίζεται πάνω στη μηχανική διαδικασία και στην τεχνική οργάνωση τού μηχανισμού. Οι κυβερνήσεις των προχωρημένων βιομηχανικών κοινωνιών, κι αυτών που πάνε να γίνουν τέτοιες μπορούν να διατηρηθούν και να υπερασπισθούν τον εαυτό τους μόνο με την κινητοποίηση, την οργάνωση και την εκμετάλλευση της απαραίτητης σε μια βιομηχανική κοινωνία τεχνικής, επιστημονικής και μηχανικής παραγωγικότητας. Και η παραγωγικότητα αυτή κινητοποιεί την κοινωνία σαν  σύνολο περνώντας πάνω από κάθε ιδιαίτερο συμφέρον, είτε για άτομα είτε για ομάδες πρόκειται.
Η βιομηχανική κοινωνία έφτασε στο στάδιο εκείνο, όπου πια δεν μπορούμε να ορίσουμε μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία χρησιμοποιώντας τούς παραδοσιακούς όρους της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας. Όχι γιατί οι ελευθερίες αυτές έχασαν τη σημασία τους, αλλά αντίθετα γιατί έχουν πάρα πολλή σημασία για να μπορούν να περιοριστούν στα παραδοσιακό πλαίσιο.
Μόνο αρνητικοί όροι μπορούν να εκφράσουν αυτές τις καινούργιες μορφές, γιατί ακριβώς αποτελούν άρνηση των μορφών που κυριαρχούν.
Έτσι, οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ’ την οικονομία, απ’ τον καταναγκασμό, που ασκείται με τις οικονομικές σχέσεις και δυνάμεις, απελευθέρωση απ’ την καθημερινή πάλη για την ύπαρξη, απαλλαγή απ’ την ανάγκη να κερδίζουμε τη ζωή μας.
Πολιτική  ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ’ την πολιτική αυτή, που πάνω της τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο.
Πνευματική ελευθερία θα πρέπει  να σημαίνει αποκατάσταση της ατομικής σκέψης, πνιγμένης σήμερα από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα της διαπαιδαγώγησης, κι ακόμη θα πρέπει να σημαίνει, ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές της «κοινής γνώμης» κι ακόμη και κοινή γνώμη.
Αν οι προτάσεις αυτές έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι ουτοπικές, αλλά επειδή οι δυνάμεις που τις αντιμάχονται είναι ισχυρές. Έχουν γι’ αυτή τη μάχη ενάντια στην απελευθέρωση ένα σημαντικό και μόνιμο όπλο, την καθιέρωση υλικών και πνευματικών αναγκών, που διαιωνίζουν τις ξεπερασμένες μορφές της πάλης για την ύπαρξη.
Η ένταση, η ικανοποίηση κι ο χαρακτήρας ακόμη των αναγκών τού ανθρώπου, εκτός απ’ τον βιολογικό χώρο, πάντοτε ετεροκαθορίστηκαν. Το να κάνεις ή να μην κάνεις, να χρησιμοποιείς ή να καταστρέφεις, να παίρνεις ή να πετάς κάτι, θεωρήθηκαν πάντα σαν ανάγκες απ’ τη στιγμή που έγιναν πράγματα αναγκαία κι απαραίτητα για τους κυρίαρχους θεσμούς τα συμφέροντα. Μ΄ αυτή την έννοια οι ανθρώπινες ανάγκες είναι ανάγκες ιστορικές και, απέναντι σε μια κοινωνία, που καταπιέζει το άτομο, οι ανάγκες των ατόμων και το δικαίωμα ικανοποίησής τους θα πρέπει να καθορίζονται με βάση κριτήρια τέτοια, που να ξεπερνούν την τωρινή κατάσταση και να διαγράφουν για τις ανάγκες μια κλίμακα αξιών, που να βρίσκεται σε αληθινή εναρμόνιση με την ανθρώπινη πραγματικότητα.
Μπορούμε να διακρίνουμε τις ανάγκες σε αληθινές και σε πλαστές. Είναι «πλαστές»  αυτές, που ιδιαίτερα κοινωνικά συμφέροντα επιβάλλουν στο άτομο: οι ανάγκες, που  δικαιολογούν την ξεθεωτική δουλειά, την επιθετικότητα, την εξαθλίωση, την αδικία. Η  ικανοποίησή τους ίσως να δημιουργεί την ευημερία για το άτομο, αλλά μια τέτοια ευημερία, που εμποδίζει το άτομο να καταλάβει τη γενική καχεξία και να αντιληφθεί τις ευκαιρίες για την εξαφάνισή της δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να περιφρουρείται. Το αποτέλεσμα είναι τότε η ευφορία μέσα στη δυστυχία. Να αναπαύεσαι, να  διασκεδάζεις, να δρας και να καταναλώνεις, όπως όλοι οι άλλοι, να αγαπάς και να μισείς ό,τι αγαπούν και μισούν οι άλλοι, αυτά στο μεγαλύτερό τους μέρος είναι ανάγκες πλαστές.
Το κοινωνικό περιεχόμενο και η λειτουργία αυτών των αναγκών καθορίζονται από δυνάμεις εξωτερικές, πού το άτομο δεν μπορεί να ελέγξει· έχουν ετερόνομη ανάπτυξη και ικανοποίηση. Το γεγονός, ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει το άτομο ανανεώνουν και δυναμώνουν συνεχώς αυτές τις ανάγκες, με αποτέλεσμα το άτομο να τις κάνει δικές του πια, να συνταυτιστεί μ’ αυτές και να αναζητά τον εαυτό του στην ικανοποίησή τους, δεν αλλάζει σε τίποτα το πρόβλημα. Οι ανάγκες παραμένουν αυτό που πάντα ήταν, προϊόντα μιας κοινωνίας, που τα κυρίαρχα συμφρέροτά της απαιτούν την καταπίεση.
Οι καταπιεστικές ανάγκες είναι οι ισχυρότερες, αυτό είναι γεγονός τετελεσμένο, καθιερωμένο, απ’ την ήττα και την αμάθεια. Είναι όμως ένα γεγονός, που πρέπει ν’  αλλάξει και το «ευημερούν» άτομο έχει το ίδιο συμφέρον γι’ αυτό μ’ αυτούς, που πληρώνουν την ευημερία του με την αθλιότητά τους. Στο επίπεδο που έχει φτάσει ο πολιτισμός, οι μόνες ανάγκες, που απαιτούν απόλυτη ικανοποίηση, είναι οι βιοτικές, η  τροφή, η στέγη, τα ρούχα. Η ικανοποίηση αυτών των αναγκών είναι ο απαραίτητος όρος για την ικανοποίηση όλων των αναγκών, πνευματικών και μη.
Κάθε συνειδητοποίηση, κάθε εμπειρία που δεν δέχεται τα κυρίαρχα κοινωνικά συμφέροντα σαν τον υπέρτατο νόμο σκέψης και συμπεριφοράς, θα πρέπει να αμφισβητήσει τις ανάγκες και τις ικανοποιήσεις του κατεστημένου με τους όρους τού αληθινού και τού πλαστού. Οι όροι αυτοί είναι προπάντων ιστορικοί και έχουν ιστορική αντικειμενικότητα. Η αξιολόγηση των αναγκών και της ικανοποίησής τους, σε δοσμένες συνθήκες, επιβάλλει την παραδοχή κριτηρίων προτεραιότητας, κριτηρίων που να έχουν σχέση με την ποιοτικά ανώτερη εξέλιξη τού άτομου, χάρη στην ποιοτικά ανώτερη χρησιμοποίηση των υλικών και πνευματικών εφοδίων, που διαθέτουν και που μπορούμε να τα υπολογίσουμε. Οι όροι «αλήθεια» και «πλαστότητα» των αναγκών εκφράζουν αντικειμενικές καταστάσεις, σε βαθμό που η ικανοποίηση σε παγκόσμια κλίμακα των βιοτικών αναγκών και, παραπέρα, η προοδευτική ελάττωση της εξοντωτικής εργασίας και της φτώχειας, αποτελούν κριτήρια με παγκόσμια ισχύ. Αλλά, σαν ιστορικά κριτήρια που είναι, ποικίλλουν ανάλογα με τις περιοχές και το επίπεδο ανάπτυξής τους· έπειτα, μπορούμε να τα ορίσουμε μονάχα αν αντιμάχονται (περισσότερο ή λιγότερο) τα κυρίαρχα κριτήρια. Ποιό δικαστήριο όμως, θα αποφανθεί γι’ αυτό;
Σε τελευταία ανάλυση, τα ίδια τα άτομα είναι εκείνα, που θ’ απαντήσουν σ’ αυτό το ζήτημα των αληθινών και των πλαστών αναγκών, αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση, όταν δηλαδή θα είναι ελεύθερα να δώσουν τις καθαρά δικές τους απαντήσεις. Όσο δεν έχουν καμία αυτονομία, όσο είναι ετερόφωτα κι ετεροκαθοριζόμενα (έστω και στο επίπεδο των ενστίκτων τους), η απάντηση που θα δίνουν δεν θα μπορεί να θεωρηθεί σαν δική τους. Για τον ίδιο λόγο, όμως, κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να διεκδικήσει το δικαίωμα να  καθορίσει τις ανάγκες που θα πρέπει να καλλιεργηθούν και ικανοποιηθούν. Ένα τέτοιο δικαστήριο θα πρέπει να το απορρίψουμε· απ’ την άλλη όμως, αυτό δεν θα πρέπει να μας κάνει να παρατήσουμε το πρόβλημα: με ποιό τρόπο, άνθρωποι, που έχουν υποστεί  αποτελεσματική και πετυχημένη κυριάρχηση θα μπορέσουν να πλάσουν οι ίδιοι τις συνθήκες της ελευθερίας;
Όσο η διοίκηση της καταπιεστικής κοινωνίας γίνεται ορθολογιστική, παραγωγική,  τεχνική και ολοκληρωτική, τόσο τα άτομα δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα μέσα, που θα τους επιτρέψουν να τερματίσουν την υποδούλωσή τους και ν’ αποκτήσουν την ελευθερία τους. Βέβαια, το να θελήσει κάποιος να επιβάλει τη Λογική σε μια ολόκληρη κοινωνία, είναι μια παράδοξη και σκανδαλώδικη ιδέα – αλλά έχουμε το δικαίωμα να αμφισβητήσουμε την αρετή μιας κοινωνίας, που αυτή την ιδέα την γελοιοποιεί, ενώ  ταυτόχρονα η ίδια πάνω στον κόσμο της ασκεί μια καθολικά γενικευμένη εξουσία. Για  την απελευθέρωση χρειάζεται πρώτα η συνειδητοποίηση της δουλείας κι αυτή η  συνειδητοποίηση εμποδίζεται από κυριαρχούσες ανάγκες και ικανοποιήσεις, που τα άτομα, στο μεγαλύτερο μέρος τους, έχουν κάνει δικές τους. Στην ιστορία, πάντοτε, ένα σύστημα ετεροκαθορισμού παραχωρούσε τη θέση του σ’ ένα άλλο· ο μοναδικός σωστός σκοπός είναι η αντικατάσταση των πλαστών αναγκών από αληθινές, η εγκατάλειψη της καταπιεστικής ικανοποίησης.
Είναι χαρακτηριστικός για τη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία ο τρόπος, που καταπνίγει τις ανάγκες εκείνες, που ζητούν απελευθέρωση – μαζί και την ανάγκη απελευθέρωσης από κάθε άνεση, ανάπαυση και κομφόρ – και παράλληλα στηρίζει και  δικαιολογεί την καταστροφική δύναμη και την καταπιεστική λειτουργία της κοινωνίας της αφθονίας. Ο κοινωνικός έλεγχος γέννησε την ακατάπαυστη ανάγκη να παράγεται και να καταναλώνεται το περιττό, την ανάγκη της αποκτηνωτικής δουλειάς, που δεν είναι πραγματικά αναγκαία, την ανάγκη μορφών ξεκούρασης, που υποβοηθούν και οξύνουν αυτή την αποκτήνωση, την ανάγκη να διατηρούνται απατηλές ελευθερίες, όπως η ελευθερία τού ανταγωνισμού ανάμεσα σε τιμές από τα πριν καθορισμένες, η ελευθερία  ενός αυτολογοκρινομένου τύπου, η ελευθερία τέλος να διαλέγεις ανάμεσα στις μάρκες και στα γκάτζετς.
Περιχαρακωμένη από ένα καταπιεστικό σύνολο, η ελευθερία μπορεί να γίνει αποτελεσματικό όργανο καταπίεσης. Η ανθρώπινη ελευθερία δεν καθορίζεται ανάλογα με την εκλογή, που προσφέρεται στο άτομο· ο μόνος αποφασιστικός παράγοντας για τον καθορισμό της είναι το τι μπορεί να διαλέξει και τι διαλέγει το άτομο. Το κριτήριο της ελεύθερης εκλογής δεν μπορεί βέβαια να είναι απόλυτο, αλλά δεν μπορεί να είναι και εντελώς σχετικό. Η δυνατότητα να εκλέγεις ελεύθερα αφέντες δεν εξαλείφει ούτε τους αφέντες ούτε τους δούλους. Η δυνατότητα να διαλέγεις ελεύθερα ανάμεσα σε μια μεγάλη ποικιλία εμπορευμάτων και υπηρεσιών, δεν σημαίνει, ότι είσαι ελεύθερος, όταν για να γίνεται αυτό θα πρέπει να ζεις μια ζωή κόπου και άγχους κάτω από τον κοινωνικό έλεγχο – θα πρέπει να είσαι αλλοτριωμένος. Κι αν το άτομο εκδηλώνει το ίδιο με τη σειρά του τις ανάγκες, που άλλοι τού επέβαλαν, αυτό δεν σημαίνει, ότι είναι αυτόνομο, απλούστατα σημαίνει, ότι ο έλεγχος είναι αποτελεσματικός.
Με την επιμονή μας να τονίζουμε διαρκώς τη σημασία και την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού ελέγχου, ίσως θα μπορούσαν να μας παρατηρήσουν, ότι δίνουμε μεγάλη σημασία στην καθοδήγηση που γίνεται με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας κι ότι οι  ανάγκες, που τώρα έχουν επιβληθεί από τα έξω στους ανθρώπους, θα τους έρχονταν από μόνες τους, καθώς και ο πόθος να τις ικανοποιήσουν. Η παρατήρηση δεν είναι σωστή. Ο ετεροκαθορισμός δεν αρχίζει τη στιγμή, που γίνεται μαζική παραγωγή ραδιοφώνων και μηχανών τηλεόρασης και που ο έλεγχός τούς γίνεται συγκεντρωτικός.  Όταν οι άνθρωποι μπαίνουν σ’ αύτη τη φάση έχουν από πολύ πριν αλλοτριωθεί. Εκείνο,  που έχει τώρα σημασία είναι, ότι αμβλύνεται η αντίθεση (ή η σύγκρουση) ανάμεσα στο δυνατό και στο διαδομένο, ανάμεσα στις ικανοποιημένες ανάγκες και σ’ αυτές, που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Αυτό που ονομάζουν εξίσωση των τάξεων, φανερώνει εδώ την ιδεολογική του λειτουργία. Το γεγονός, ότι ο εργοδότης κι ο εργάτης βλέπουν το ίδιο πρόγραμμα τηλεόρασης, ότι η δακτυλογράφος ντύνεται τα ίδιο καλά με την κόρη τού  διευθυντή της, ότι ο Νέγρος διαθέτει Κάντιλλακ κι ότι όλοι διαβάζουν την ίδια εφημερίδα, δεν σημαίνει κι ότι οι τάξεις εξαφανίστηκαν. Αντίθετα δείχνει μέχρι ποιά βαθμό οι καταπιεζόμενες τάξεις συμμετέχουν στις ανάγκες και τις ικανοποιήσεις, που εξασφαλίζουν τη διατήρηση των κυρίαρχων τάξεων.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια απ’ τις θλιβερότερες πλευρές της αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας: τον ορθολογιστικό χαρακτήρα της ανορθολογικότητάς της. Ο  πολιτισμός αυτός παράγει, είναι αποτελεσματικός, είναι ικανός να αυξάνει και να γενικεύει την άνεση, να κάνει το περιττό ανάγκη, να κάνει την καταστροφή εποικοδομητική. Στο βαθμό που μετατρέπει τον κόσμο – αντικείμενο σε διάσταση τού  ανθρώπινου πνεύματος και σώματος, η ίδια η έννοια της αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική. Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στα εμπορεύματά τους, βρίσκουν την ψυχή τους στο αυτοκίνητό τους, στην ταινία υψηλής πιστότητας που έχουν, στο σπίτι τους με τα δύο επίπεδα, στον τεχνικό εξοπλισμό της κουζίνας τους. Ο  μηχανισμός που συνδέει το άτομο με την κοινωνία του άλλαξε και ο κοινωνικός έλεγχος βρίσκεται μέσα στις καινούργιες ανάγκες, που γέννησε.
Οι κυρίαρχες μορφές κοινωνικού ελέγχου είναι τεχνολογικές με καινούργια έννοια. Χωρίς αμφιβολία, η τεχνική δομή και η αποτελεσματικότητα τού μηχανισμού παραγωγής και καταστροφής στη σύγχρονη περίοδο υποβοήθησαν την υποταγή τού πληθυσμού στον τωρινό καταμερισμό της εργασίας. Ακόμη, αυτή η ενσωμάτωση συνοδεύτηκε πάντοτε από περισσότερο έκδηλες μορφές καταναγκασμού, όπως η απώλεια των μέσων συντήρησης, η οργάνωση της δικαιοσύνης, της αστυνομίας, τού στρατού. Αυτό συνεχίζεται και τώρα. Σήμερα όμως, ο τεχνικός έλεγχος έχει γίνει η ενσάρκωση της Λογικής, είναι στην υπηρεσία όλων των ομάδων, όλων των κοινωνικών συμφερόντων – έτσι ώστε κάθε αντίδραση να μοιάζει ακατανόητη και κάθε αντίσταση αδύνατη.
Στα πιο προχωρημένα τμήματα αυτού τού πολιτισμού, ο κοινωνικός έλεγχος έχει εναγωγηθεί τόσο βαθειά, ώστε δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει το γεγονός, ότι οι δυνάμεις αντίδρασης τού ατόμου έχουν υποστεί έντονη αλλοίωση. Η πνευματική και  συναισθηματική άρνηση τού κονφορμισμού θεωρούνται σα δείγμα νεύρωσης και  αδυναμίας. Αυτή είναι η κοινωνικο-ψυχολογική πλευρά τού σημαντικότερου πολιτικού γεγονότος της σύγχρονης εποχής: της εξαφάνισης των ιστορικών εκείνων δυνάμεων, που στο προηγούμενο στάδιο εκπροσωπούσαν καινούργιες δυνατότητες και μορφές ζωής.
Το βρήκαμε στο Freeinquiry

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget