2.4.13

Σύμπλεξη ΙΙΙ: εγκέφαλος-νους



Οπως επιχειρήσαμε να δείξουμε στα δύο προηγούμενα άρθρα μας, το να επικαλούμαστε κάποιες σκοτεινές κβαντικές έννοιες (π.χ. της «κβαντικής σύμπλεξης») ή ακόμη πιο ασαφείς μικροφυσικές «εξηγήσεις» (όπως οι μικροσωληνίσκοι του Penrose) δεν επαρκεί για να λύσουμε το πρόβλημα της ανάδυσης των νοητικών φαινομένων.

Πάντως, τα εκλεπτυσμένα μαθηματικά και εννοιολογικά εργαλεία της κβαντικής μηχανικής είναι πλέον απαραίτητα στις επιστήμες του εγκεφάλου (νευροεπιστήμες). Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τις «περίεργες» μεθοδολογικές επιλογές αλλά και τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις όσον αφορά το αίνιγμα των σχέσεων του «υλικότατου» εγκεφάλου με τον «άυλο» νου θα χρειαστεί να εργαστούμε «αρχαιολογικά»: να αναδείξουμε τις απρόσμενες επιρροές και τη βαθύτερη εξάρτηση της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης από τη μεταφυσική του παρελθόντος.

Η επιστημονική έρευνα δεν προχωρά μόνο διαλύοντας τις προκαταλήψεις του παρελθόντος ή φωτίζοντας τα σκοτάδια της άγνοιας. Αντίθετα, μπορεί η ίδια να δημιουργεί σκοτάδια, όταν δεν απαλλάσσεται από τις ιδεοληψίες της.

Γράφει ο Σπύρος Μανουσέλης

Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο μεγάλος Αμερικανός ψυχολόγος William James υποστήριζε ότι η συνείδηση αρχίζει όταν ξυπνάμε και διακόπτεται όταν κοιμόμαστε. Ολοι διαθέτουμε μια αυθόρμητη υποκειμενική αντίληψη για το τι σημαίνει να έχουμε συνείδηση κάποιου πράγματος ή για το αν κάποιο άλλο ον διαθέτει ή όχι συνείδηση.

Πράγματι, τίποτα δεν μας φαίνεται πιο οικείο, προφανές και αναμφισβήτητο από το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος, όταν δεν κοιμάται ή όταν δεν βρίσκεται σε κώμα, διαθέτει συνείδηση.

Τα πράγματα βέβαια δυσκολεύουν και περιπλέκονται αφάνταστα μόλις επιχειρήσουμε να ορίσουμε επακριβώς την κατάσταση συνείδησης, τη συνειδητότητα. Ενώ όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για μια υποκειμενική, σε πρώτο πρόσωπο εμπειρία από σκέψεις, συναισθήματα, αντιλήψεις, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ειδικών ούτε για το τι ακριβώς είναι ούτε για το πότε ή σε τι μπορούμε να αποδίδουμε αντικειμενικά αυτή την ιδιαίτερη νοητική κατάσταση επίγνωσης ή αυτεπίγνωσης.

«Εάν μια συγκεκριμένη κατάσταση είναι συνειδητή, τότε το πρόσωπο το οποίο βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση θα πρέπει να έχει επίγνωση αυτής», όπως το έθεσε ο Jaegwon Kim στο βιβλίο του «Η φιλοσοφία του νου» (ελλ. μτφ. από εκδ. Leader Books). Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο επιφανής φιλόσοφος του νου, δεν ισχύει και το αντίστροφο: το γεγονός ότι έχουμε επίγνωση, δηλαδή συνείδηση μιας κατάστασης, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι αυτή η κατάσταση είναι συνειδητή. Για παράδειγμα, ενδέχεται να έχουμε επίγνωση της ηλικίας ή του βάρους μας, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι η ηλικία ή το βάρος μας είναι συνειδητές καταστάσεις!

 Aπό τη μεταφυσική στη «φυσική» του νου

Εγκέφαλος-νους, ύλη-πνεύμα, σώμα-ψυχή, φύση-άνθρωπος είναι τα αντιθετικά ζεύγη και οι αμοιβαία αποκλειόμενες νοητικές κατηγορίες μιας βαθύτατα ριζωμένης δυϊστικής αντιπαράθεσης που περιορίζει τη σκέψη μας και ταλανίζει τον δυτικό πολιτισμό από τις απαρχές του.

Αυτά τα αντιθετικά αλλά, στην πραγματικότητα, αλληλοενισχυόμενα δίπολα αποτελούν τα συστατικά της γνώριμης δυϊστικής οντολογίας που, αιώνες τώρα, αποσυνδέει αυθαίρετα το ψυχικό από το σωματικό, το νοητικό από το βιολογικό και το κοινωνικό-πολιτισμικό από το φυσικό. Οσο για τις καταστροφικές συνέπειες αυτής της αυθαίρετης δυϊστικής αντιπαράθεσης, τις βιώνουμε πλέον όλοι καθημερινά με τον πιο επώδυνο τρόπο, στις σχέσεις μας με τον εαυτό μας, τους συνανθρώπους μας και το περιβάλλον.

Η απαρχή της νεοτερικής διαμάχης και του αμοιβαίου αποκλεισμού του σώματος από την ψυχή ή, αν προτιμάτε, του εγκεφάλου από τον νου, εντοπίζεται στο φιλοσοφικό-επιστημονικό σύστημα του Καρτέσιου (1596-1650). Η ακραία αλλά μεθοδική αμφιβολία για τα πάντα θα οδηγήσει τον μεγάλο Γάλλο φυσικό φιλόσοφο στη λογική βεβαίωση μιας ύπαρξης που αμφιβάλλει άρα σκέπτεται, και σκέπτεται άρα υπάρχει: cogito, ergo sum.

Εκτοτε, η αμφιβάλλουσα σκέψη, αυτή η άυλη μεταφυσική οντότητα, αναδεικνύεται σε υπαρξιακό θεμέλιο της νεοτερικής ανθρώπινης κατάστασης. Για τον Καρτέσιο, πρωταγωνιστή της νέας φυσικής φιλοσοφίας, ο άνθρωπος δεν αποτελείται μόνο από την άυλη, μη εκτατή ψυχή που παράγει τη σκέψη και τη συνείδηση, δηλαδή τα σκεπτόμενα πράγματα (res cogitans). Είναι επίσης μια ενσώματη υλική ύπαρξη που σε τίποτα δεν διαφέρει από τα άλλα υλικά-εκτατά στον χώρο πράγματα (res extensa).

Αυτή η διχοτόμηση της ανθρώπινης ύπαρξης θα επιτρέψει στον Καρτέσιο να πραγματοποιήσει έναν διπλό οντολογικό αναδιπλασιασμό που ικανοποιεί τόσο τις επιστημονικές όσο και τις μεταφυσικές ανάγκες της εποχής:

1) Ταυτίζοντας την ανθρώπινη φύση με τη άυλη λογική ψυχή παρέχει ένα κριτήριο διάκρισης του ανθρώπου από τα ζώα και τα υπόλοιπα υλικά αντικείμενα.

2) Ταυτόχρονα όμως, ο άνθρωπος, ως ενσώματη υλική ύπαρξη, γίνεται και ο ίδιος απολύτως νόμιμο γνωστικό αντικείμενο της μεγάλης επιστημονικής επανάστασης στην ανατομία, φυσιολογία, ιατρική.

Πρωτεργάτης στη διαμόρφωση της νεωτερικής αλλά και της μηχανιστικής ερμηνείας της φύσης, ο Καρτέσιος θα υποστηρίξει ότι το ανθρώπινο σώμα, όπως και το σώμα κάθε άλλου ζώου, δεν είναι τίποτε άλλο από μια μηχανή. Ομως αυτή η θεωρία για τα ζώα-μηχανές, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου-μηχανή, πρέπει να δημιουργούσε στον Καρτέσιο και τους οπαδούς του ένα δυσεπίλυτο για εκείνη την εποχή πρόβλημα βιοκυβερνητικής: Πώς, στην περίπτωση του ανθρώπου, αλληλεπιδρούν αυτές οι δύο τόσο διαφορετικές σφαίρες ύπαρξης, η άυλη ψυχή με το σώμα-μηχανή;

Ανεγκέφαλες νοήσεις ή ανόητοι εγκέφαλοι;

Στο αίνιγμα της αλληλεπίδρασης της άυλης ψυχής με το υλικό σώμα ο Καρτέσιος θα δώσει μια ιδιοφυή και απροσδόκητη απάντηση: Η λογική ψυχή συνδέεται, επικοινωνεί και μπορεί να επηρεάζει ή να επηρεάζεται από το σώμα χάρη στο «κωνάριο», μια μικροσκοπική δομή στο κέντρο του εγκεφάλου.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το κωνάριο είναι ένας αδένας δευτερεύουσας σημασίας που ονομάζεται επίφυση και βέβαια δεν παίζει κανέναν πρωτεύοντα ρόλο στις νοητικές λειτουργίες. Ωστόσο, με την εικασία του κωναρίου, ο Καρτέσιος βρίσκεται στην παράδοξη, για τις μεταφυσικές και δυϊστικές απόψεις του, θέση να αναζητά στο εσωτερικό του εγκεφάλου τη θύρα εισόδου του ψυχής-νου στο σώμα-ύλη.

Αυτή η δυϊστική θεωρία αλληλεπίδρασης του νου με τον εγκέφαλο θα γνωρίσει πολλές «μετενσαρκώσεις» έως τις μέρες μας. Ισως η πιο διάσημη είναι αυτή την οποία θα εισηγηθούν ο μεγάλος φιλόσοφος της επιστήμης K. R. Popper και ο νομπελίστας νευροφυσιολόγος J. C. Eccles. Οι δύο σύγχρονοι «νεο-καρτεσιανοί» στοχαστές θα προτείνουν στο αξιόλογο βιβλίο τους «The self and its brain» μια τριαδική γνωσιολογική προσέγγιση των περίπλοκων και πολυεπίπεδων σχέσεων του νου με τον εγκέφαλο.

Ομως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους, δεν θα καταφέρουν να δώσουν μια ορθολογική ή, έστω, επιστημονικά ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα εγκέφαλος-νους: ο J.C. Eccles, ως ευλαβής καθολικός, όταν ζορίζεται επικαλείται ρητά τη Θεία δημιουργία (!), ενώ ο K.R. Popper, ως αγνωστικιστής και ρεαλιστής, επιχειρεί μια σχοινοτενή εξελικτική ερμηνεία για να καταλήξει στο κοινότοπο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα παραμένει ανοιχτό.

Μια αρκετά διαφορετική «μετενσάρκωση» του δυϊσμού σώματος-νου είναι αυτή που υιοθετείται από τους οπαδούς της κλασικής Τεχνητής Νοημοσύνης. Πρόκειται για το περίφημο και παραγωγικότατο τεχνολογικά ερευνητικό πρόγραμμα της «υπολογιστικής θεωρίας της νόησης» (computationalism). Η θεμελιώδης και, μέχρι πρόσφατα, καθοδηγητική υπόθεση εργασίας όσων εργάζονται στο φιλόδοξο πρόγραμμα κατασκευής μιας τεχνητής νοημοσύνης ήταν η παραδοχή πως κάθε νοητική διαδικασία είναι μια υπολογιστική διεργασία: αλγοριθμικός χειρισμός συμβόλων βάσει κανόνων. Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη σκέψη δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτα λιγότερο από υπολογισμός!

Αυτό το επιστημονικό πρόγραμμα προϋποθέτει -και συνεπώς επιβάλλει!- την «καινοφανή» ιδέα ότι σε κάθε υπολογιστική μηχανή (βιολογική ή ηλεκτρονική, αδιάφορο) υπάρχει μια εγγενής και απόλυτη διάκριση του λογισμικού (software) από το υλισμικό (hardware) τμήμα του υπολογιστή. Είναι ολοφάνερο ότι πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα διάκριση κρύβεται η βαθύτερη δυϊστική προκατάληψη που μας υποχρεώνει όχι μόνο να διαχωρίζουμε αυθαίρετα τον νου από τον εγκέφαλο, αλλά και ουσιαστικά να αδιαφορούμε για το πραγματικό, δηλαδή το βιολογικό υπόστρωμα του νου!

Ακόμη όμως και στις υλιστικότατες, φαινομενικά, προσεγγίσεις του «κβαντικού νου» δεν είναι λίγοι αυτοί που ασπάζονται τις πιο ακραίες δυϊστικές αντιλήψεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του διάσημου θεωρητικού φυσικού Henry Stapp. Στενός συνεργάτης γιγάντων της κβαντικής μηχανικής, όπως οι W. Pauli και W. Heisenberg, δεν δίστασε να υποστηρίξει με πάθος ότι «η ορθόδοξη ερμηνεία της κβαντομηχανικής εισήγαγε στη φυσική δυναμική μερικές συνειδητές επιλογές που, ενώ δεν καθορίζονται από τους γνωστούς σήμερα νόμους της φυσικής, ασκούν ωστόσο σημαντική επιρροή στον φυσικό κόσμο».

Σύμφωνα με αυτή την ακραία «κβαντική» φυσικομαθηματική εκδοχή της καρτεσιανού τύπου δυϊστικής αλληλεπίδρασης, η συνείδηση του παρατηρητή όχι μόνο υπάρχει πραγματικά, αλλά και επηρεάζει αποφασιστικά την τελική έκβαση των φυσικών φαινομένων!

 Ανοίγοντας το «μαύρο κουτί»

Παρακολουθώντας την εκρηκτική ανάπτυξη των επιστημών του εγκεφάλου και του νου τις δύο τελευταίες δεκαετίες εντυπωσιάζεται κανείς από τη συσσώρευση γνώσης που έχει συντελεστεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Σήμερα, οι μικροδομές και οι λειτουργίες της πολύπλοκης μηχανής του νου δεν αποτελούν πλέον μυστήριο αλλά ένα πρώτης τάξεως ερευνητικό πρόγραμμα.

Σημείο καμπής γι’ αυτές τις επαναστατικές εξελίξεις ήταν η συνειδητή επιλογή της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας να εγκαταλείψει τις αδιέξοδες συμπεριφοριστικές και φαινομενολογικές προσεγγίσεις της λειτουργίας του νου για να μελετήσει τις νευροβιολογικές προϋποθέσεις των νοητικών φαινομένων.

Με άλλα λόγια, είχαν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες για να ανοίξουν το, μέχρι τότε, ερμητικά κλειστό και αδιαφανές «μαύρο κουτί» του εγκεφάλου.

Εμπνευσμένοι από τις πρώτες επιτυχίες αυτής της νέας προσέγγισης, αρκετοί νευροεπιστήμονες αλλά και φιλόσοφοι του νου ισχυρίστηκαν ότι ήταν πλέον σε θέση να προχωρήσουν σε ένα ακόμη πιο παράτολμο ερευνητικό εγχείρημα: να προσπαθήσουν να εξηγήσουν πώς ακριβώς η λειτουργία του εγκεφάλου μπορεί να μας διαφωτίσει για τη δημιουργία ανώτερων νοητικών διεργασιών όπως η συνείδηση και η ανθρώπινη αυτεπίγνωση.

Πολλά διάσημα και ιδιαίτερα επιτυχημένα μοντέλα της ανθρώπινης συνείδησης έχουν προταθεί από νομπελίστες νευροεπιστήμονες, όπως ο Francis Crick, ο Gerald Edelman και ο Eric Kandel. Ομως γι’ αυτές τις πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις αλλά και τις ιδιαίτερα ανατρεπτικές φιλοσοφικές και κοινωνικές τους συνέπειες θα μιλήσουμε εκτενέστερα σε ένα επόμενο άρθρο μας.

 ……………………………………………………………..

Βιβλία για τον κβαντικό νου

G.Μ. Edelman & G. Tononi Το σύμπαν της συνείδησης: πώς η ύλη γίνεται φαντασία μτφρ. Β. Βοκάκη, Παν. Εκδ. Κρήτης, ΣΕΛ. 450

Στο παρόν βιβλίο δύο από τους πλέον διαπρεπείς σήμερα νευροεπιστήμονες, ο βραβευμένος με Νόμπελ νευροβιολόγος G.Μ. Edelman και ο επιφανής νευροψυχίατρος G. Tononi, υποστηρίζουν τη μάλλον προκλητική άποψη ότι η μελέτη του εγκεφάλου και της εξέλιξής του είναι βέβαια η αναγκαία αλλά όχι και η ικανή συνθήκη για την κατανόηση της συνείδησης και των άλλων ανώτερων νοητικών λειτουργιών.

Οπως γράφουν: «…δεν θεωρούμε πως η συνείδηση σε όλο της το εύρος προκύπτει αποκλειστικά από τον εγκέφαλο, αφού πιστεύουμε ότι πολλές ανώτερες εγκεφαλικές λειτουργίες προϋποθέτουν αλληλεπιδράσεις τόσο με το φυσικό περιβάλλον όσο και με άλλα άτομα».

Αυτή τη δυναμική και εξελικτική προσέγγιση των νοητικών φαινομένων εισήγαγε πρώτος στη νευροεπιστήμη ο Εdelman με τη θεωρία του νευρωνικού δαρβινισμού. Σύμφωνα με αυτήν, τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου αυτοοργανώνονται σε νευρωνικές ομάδες επειδή υποβάλλονται διαρκώς σε μια διαδικασία φυσικής επιλογής ανάλογη με αυτήν που περιέγραψε ο Δαρβίνος.

Οι Μ. Edelman και G. Tononi σε αυτό το σημαντικό βιβλίο τους επιχειρούν ένα τολμηρό άνοιγμα σε πολλά αναπάντητα μέχρι σήμερα ερωτήματα: Πώς προκύπτει η συνείδηση από τη λειτουργία των παντελώς ασυνείδητων νευρωνικών ομάδων του εγκεφάλου; Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τις ποιοτικές διαφορές των υποκειμενικών αισθημάτων που προκαλούνται από κοινά φυσικά αίτια; Τέλος, πώς η ύλη του εγκεφάλου μπορεί να παράγει «αιθέρια» φαινόμενα όπως η πνευματική δημιουργικότητα και η φαντασία;

 ………………………………………………………….. 

Paul Thagard Νους: εισαγωγή στη γνωσιακή επιστήμη μτφρ. Μ. Ζερίτη, εκδ. ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ, σελ. 299

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1960 στις ΗΠΑ άρχισε να κυκλοφορεί, σχεδόν από στόμα σε στόμα, μεταξύ των ειδικών η έκφραση «Γνωσιακή Επιστήμη» (Cognitive Science), για να περιγράψει ένα πρωτόγνωρο διεπιστημονικό πεδίο έρευνας. Και πιο συγκεκριμένα, τη δυνατότητα δημιουργίας ενός διεπιστημονικού κλάδου που θα επιχειρούσε να κατανοήσει επιστημονικά -δηλαδή αντικειμενικά και όχι πλέον υποκειμενικά ή ενδοσκοπικά- την ίδια μας την ικανότητα να σκεφτόμαστε και να κατανοούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο που μας περιβάλλει. Μέσα σε μια δεκαετία αυτές οι πρώτες προσπάθειες ενοποίησης έμελλε να εκκολάψουν ένα πολύ ισχυρό ερευνητικό πρόγραμμα αναγνωρισμένο από τα περισσότερα σημαντικά πανεπιστήμια, με τα δικά του ερευνητικά κέντρα και ειδικά έντυπα.

Ο,τι μέχρι χθες ήταν ένα άπιαστο όνειρο εμφανίζεται πλέον ως ρεαλιστική προοπτική. Οι πρώτες ανησυχίες θα μετατραπούν σε πραγματικό «πυρετό αναζήτησης του χρυσού της νόησης» και ο ανθρώπινος νους θα γίνει το Ιερό Γκράαλ της νέας επιστήμης και τεχνολογίας της γνώσης. Το βιβλίο του Ρ. Thagard αποτελεί μια εξαιρετικά καλογραμμένη και συστηματική παρουσίαση όλων σχεδόν των επιτευγμάτων των επιμέρους γνωσιακών επιστημών (τεχνητή νοημοσύνη, γλωσσολογία, νευροεπιστήμες, φιλοσοφία του νου) τα τελευταία σαράντα χρόνια.

Και μολονότι δεν υπάρχει ακόμη ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο ικανό να ενοποιήσει όλες αυτές τις επιμέρους επιστήμες, η γνωσιακή προσέγγιση έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη μετατροπή τού μέχρι χθες άλυτου μυστηρίου του ανθρώπινου νου σε πρώτης τάξεως επιλύσιμο επιστημονικό πρόβλημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget