20.12.09

Γιατί ο Θεός δημιούργησε τον Δαρβίνο;

Στο τέλος μιας χρονιάς αφιερωμένης στον Δαρβίνο και στις ανατρεπτικές εξελικτικές ιδέες του, έχει ενδιαφέρον να εστιάσουμε την προσοχή μας στο πώς αυτές επηρέασαν (και επηρεάζουν) τις πανίσχυρες θρησκευτικές αντιλήψεις των ανθρώπων, αλλά και με ποιες πανούργες μεθοδεύσεις ορισμένοι πιστοί επιχείρησαν να αντιδράσουν στα θανάσιμα πλήγματα που δέχτηκαν από τις εξελικτικές θεωρίες οι, μέχρι τότε, αδιαμφισβήτητες θεοκρατικές «εξηγήσεις» τους.

Η σύγκρουση των εξελικτικών ιδεών με τις «αιώνιες», ως εξ αποκαλύψεως, θρησκευτικές αλήθειες, θα έπρεπε να θεωρείται σήμερα όχι μόνο ιστορικά ξεπερασμένη αλλά και γνωσιακά στείρα. Αφενός, αποκλείει κάθε προσπάθεια διάλογου μεταξύ «εκκοσμικευτών» και «υπερβατικών», και αφετέρου, μας εμποδίζει να κατανοήσουμε τις νευροψυχολογικές προϋποθέσεις της θρησκευτικής εμπειρίας. Πώς δικαιολογείται επιστημονικά η διαχρονική ανάγκη των ανθρώπων να καταφεύγουν σε υπερφυσικές «εξηγήσεις» ή να πιστεύουν σε απόκοσμα θεϊκά πλάσματα; Μήπως η θρησκευτική πίστη, εκτός από τις εμφανείς κοινωνικές ή πολιτισμικές λειτουργίες της, εξυπηρετεί και κάποιες βαθύτερες βιολογικές, συνεπώς εξελικτικές, ανάγκες μας;

Η εμφάνιση κάθε μορφής ζωής πάνω στη Γη, των ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων, είναι άραγε το αξιοθαύμαστο προϊόν ενός πάνσοφου και νοήμονος σχεδιασμού ή προέκυψε, αντιθέτως, μόνον από τυχαίες εξελικτικές διεργασίες; Και για την κατανόηση κάθε νέου εξελικτικού βήματος, κατά τη διάρκεια των 4,5 δισεκατομμυρίων χρόνων της γήινης βιολογικής ιστορίας, είναι απαραίτητη η επίκλυση του Υπέρτατου Αρχιτέκτονα ή μήπως η «τυφλή» φυσική επιλογή αποτελεί την αναγκαία και επαρκή επιστημονική εξήγηση; Ανάλογα με το πώς απαντά κανείς σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα κατατάσσεται αυτομάτως σε ένα από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, των «δημιουργιστών» ή των «εξελικτιστών».

Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι η ιδέα της «εξέλιξης» δεν επινοήθηκε από τον Δαρβίνο· διάφοροι σημαντικοί στοχαστές πριν από αυτόν είχαν διατυπώσει, λιγότερο ή περισσότερο ρητά, την υπόθεση ότι τα έμβια όντα μεταμορφώνονται στη διάρκεια του χρόνου. Για παράδειγμα, ο Αναξίμανδρος (610-540 π.Χ.) πρότεινε μια ευφάνταστη ανθρωπογονία, σύμφωνα με την οποία οι πρώτοι άνθρωποι δημιουργήθηκαν από ιχθυόμορφα πλάσματα. Αλλά και άλλοι προσωκρατικοί φιλόσοφοι είχαν προτείνει ανάλογες εικασίες για την προέλευση και τις συνεχείς μεταμορφώσεις των πρώτων μορφών ζωής.

Οι πρώτες προσπάθειες των προσωκρατικών φυσικών φιλοσόφων να διατυπώσουν μια εύλογη περιγραφή της γένεσης της ζωής, πάρα την απλοϊκότητά τους, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: επέμεναν στην «αυθόρμητη γένεση» και όχι στη «δημιουργία» της ζωής από κάποια πάνσοφη θεότητα, όπως αργότερα θα υποστηρίξει ο Πλάτων στον «Τίμαιο». Η ιδέα της ύπαρξης ενός Δημιουργού που έχει προσχεδιάσει τα πάντα θα αποτελέσει, κατά την αρχαιότητα, την ταφόπλακα για τα πρώιμα εξελικτικά σχήματα των προσωκρατικών. Μάλιστα, έπειτα από την οριστική επικράτηση του χριστιανισμού στη Δύση, ακόμη και η ιδέα ενός αυθόρμητα εξελισσόμενου Σύμπαντος, που λειτουργεί σύμφωνα με αυστηρούς και απαραβίαστους φυσικούς νόμους, θα εγκαταλειφθεί οριστικά.

Μόνον έπειτα από πολλούς αιώνες, κατά τον 17ο αιώνα, η νέα φυσική φιλοσοφία θα αρχίσει δειλά δειλά να ανατρέπει αυτή την αμετάβλητη στον χρόνο εικόνα της φύσης. Πρώτα οι αστρονόμοι θα αποδείξουν ότι η Γη δεν είναι η κορωνίδα του Κόσμου, αλλά ένας μικρός πλανήτης που περιστρέφεται γύρω από τον Ηλιο. Κατόπιν, οι γεωλόγοι θα αρχίσουν να ανασυγκροτούν την ιστορία της Γης και θα κατανοήσουν ότι η ηλικία της είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο πίστευε η Εκκλησία: όχι 4.000 χρόνια, αλλά πάνω από 168.000 χρόνια (ενώ σήμερα γνωρίζουμε ότι η Γη σχηματίστηκε πριν από 5 δισεκατομμύρια χρόνια). Μια άλλη μεγάλη έκπληξη ήταν η ανακάλυψη παντελώς άγνωστων φυτών και ζώων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσαν οι δυτικοί φυσιοδίφες· ζώα και φυτά που ασφαλώς δεν υπήρχαν στην Κιβωτό του Νώε.

Από τη φυσική θεολογία στη φυσική αυτο-εξέλιξη

Ωστόσο, η αξιοπιστία των βιβλικών αφηγήσεων θα αρχίσει να κλονίζεται σοβαρά μόνο κατά τον 18ο αιώνα, χάρη στη συστηματική μελέτη των απολιθωμάτων, τα οποία αποκάλυπταν ένα παντελώς άγνωστο βασίλειο από «προϊστορικά» ζώα και φυτά που είχαν εξαφανιστεί πριν από πολλούς αιώνες. Η πρώτη αντίδραση των φυσιοδιφών της εποχής ήταν να περιγράψουν αυτά τα απολιθώματα εξαφανισμένων ζώων είτε ως ατυχήματα της φύσης (lusus naturae) είτε ως θλιβερά απομεινάρια του μεγάλου βιβλικού Κατακλυσμού. Μια κακεντρεχής, και αφάνταστα πιο διασκεδαστική, «εξήγηση» ήταν ότι αυτά τα αινιγματικά απολιθώματα ζώων είχαν τοποθετηθεί επίτηδες από τον Δημιουργό, για να θέσει σε δοκιμασία την πίστη των ανθρώπων. Παραδόξως, η εντυπωσιακή αύξηση των γνώσεων γύρω από τον φυσικό και τον έμβιο κόσμο δεν οδήγησε τους απολογητές της θρησκείας στο να εγκαταλείψουν τις λανθασμένες απόψεις τους σχετικά με τη δομή και τη λειτουργία του φυσικού κόσμου. Αντιθέτως, τους ανάγκασε να καταφύγουν σε έναν «διαβολικό» ελιγμό: να χρησιμοποιήσουν τις ανακαλύψεις της επιστήμης για να επιβεβαιώσουν την ανάγκη ύπαρξης ενός Πάνσοφου Δημιουργού, ο οποίος εγγυάται την τελειότητα του φυσικού κόσμου καθώς και τη βιολογική τελειότητα του ανθρώπινου οργανισμού!

Αυτό το νέο κίνημα θρησκευτικού φονταμενταλισμού υποστήριζε ότι η πιο ασφαλής οδός για τη γνώση και τη διάδοση των έργων του Θεού δεν ήταν η επιβολή των εξ αποκαλύψεως αληθειών αλλά η συνειδητοποίηση των αγαθών σχεδίων Του μέσα από την επιστημονική κατανόηση της τελειότητας και της αρμονίας της Φύσης. Η προσπάθεια να παντρέψουν τη νέα επιστημονική γνώση με τα πανάρχαια θεολογικά μυστήρια ονομάστηκε «φυσική θεολογία»: η επιστήμη όχι μόνο δεν είναι αντίπαλος της θρησκείας, αλλά αντιθέτως, αποκαλύπτοντας τη νομοτέλεια και την αρμονία του φυσικού κόσμου προσφέρει την καλύτερη δυνατή απόδειξη της σοφίας και της παντοδυναμίας του Πλάστη.

Η πιο πλήρης διατύπωση αυτού του θεολογικού επιχειρήματος για τον «σκόπιμο σχεδιασμό» των πολύπλοκων φυσικών δομών -από τους πλανήτες μέχρι το μάτι που τους παρατηρεί- διατυπώθηκε το 1802 στο βιβλίο «Natural theology» του Αγγλικανού ιερέα και θεολόγου William Paley. Αν κάποιος έβρισκε θαμμένο σε ένα βουνό ένα πολύπλοκο μηχάνημα, π.χ. ένα ρολόι, μελετώντας το θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι κάποιος ωρολογοποιός το είχε κατασκευάσει, γιατί προφανώς τα διάφορα περίπλοκα μέρη του (γρανάζια, ελατήρια) είχαν τοποθετηθεί σκόπιμα και όχι τυχαία, για να επιτελούν κάποιο σκοπό. Εφαρμόζοντας το ίδιο σκεπτικό στη μελέτη των ζωντανών οργανισμών, ο Paley διατείνεται ότι αν μελετήσει κανείς τη δομή και τη λειτουργία των επιμέρους οργάνων ενός οργανισμού, θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δημιουργήθηκαν τυχαία, αλλά αποτελούν το έργο ενός πάνσοφου και πανάγαθου σχεδιαστή, που δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Θεό.

Το πρόβλημα με το επιχείρημα του «σκόπιμου σχεδιασμού» είναι ότι, εκτός από το ότι διαπράττει το λογικό σφάλμα της λήψης του ζητουμένου (δηλαδή θεωρεί ως δεδομένο αυτό που πρέπει να αποδείξει), δεν επιβεβαιώνεται από τις επιστημονικές παρατηρήσεις: δεν υπάρχει καμία φυσική ή βιολογική δομή που να λειτουργεί «τέλεια». Συνεπώς ο υποθετικός Δημιουργός τους δεν μπορεί να θεωρείται τέλειος και πάνσοφος! Πριν από 150 χρόνια, στις 24 Νοεμβρίου του 1859, ο Κάρολος Δαρβίνος εξέθεσε αναλυτικά στο βιβλίο του «Περί της καταγωγής των ειδών μέσω της φυσικής επιλογής» όλα τα επιχειρήματα που καταρρίπτουν την αβάσιμη εικασία περί του σκόπιμου και ευφυούς σχεδιασμού των βιολογικών δομών. Στο περίφημο αυτό βιβλίο τεκμηριώνει επαρκώς την ακριβώς αντίθετη άποψη: ότι ο βασικός μηχανισμός για την παραγωγή και την εξέλιξη της βιολογικής πολυπλοκότητας είναι η φυσική επιλογή.

Με αφετηρία μια σειρά από καλά επιβεβαιωμένες υποθέσεις, όπως: 1. οι φυσικοί πόροι σε ένα δεδομένο περιβάλλον είναι περιορισμένοι· 2. τα άτομα ενός πληθυσμού διαφέρουν μεταξύ τους· 3. τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τα άτομα ενός πληθυσμού είναι κληρονομήσιμα, ο Δαρβίνος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: αφού οι πόροι του περιβάλλοντος είναι περιορισμένοι και τα άτομα ενός πληθυσμού διαφέρουν μεταξύ τους, τότε η επιβίωση στον «αγώνα για την ύπαρξη» δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά εξαρτάται από κάποια ιδιαίτερα γενετικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν σε ορισμένα άτομα να είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στο δεδομένο περιβάλλον. Αυτόν τον μηχανισμό επιλεκτικής επιβίωσης ορισμένων ατόμων ενός πληθυσμού ο Δαρβίνος τον αποκάλεσε «φυσική επιλογή», γιατί, ενώ δεν διαθέτει καθόλου βούληση ή συνείδηση, «επιλέγει» ποια από αυτά τα διαφορετικά άτομα μπορούν να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν, ήτοι να εξελιχθούν.

Η εικόνα της φύσης που προκύπτει από το έργο του Δαρβίνου είναι όχι μόνο καινοφανής, αλλά και βαθύτατα επαναστατική. Εκεί που ένας προδαρβινικός φυσιοδίφης έβλεπε μόνο φυσική αρμονία, σταθερότητα και σκόπιμο σχεδιασμό, ένας δαρβινιστής βλέπει μόνο τον αγώνα για την επιβίωση και την αναπαραγωγή, που καταλήγει αναπόφευκτα στην εξέλιξη των ειδών. Ενώ για τον προδαρβινικό τρόπο σκέψης η ποικιλομορφία μεταξύ των ατόμων του ίδιου είδους ήταν ένα δευτερεύον τυχαίο γεγονός που δεν έθιγε καθόλου την προδιαγεγραμμένη αρμονία -από τον Θεό ή τη Φύση, αδιάφορο-, για έναν εξελικτιστή αυτή η ποικιλομορφία αποτελεί τη βασική προϋπόθεση της εξέλιξης.

Από τη φυσική επιλογή στον νοήμονα σχεδιασμό

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, 150 χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση των ιδεών του Δαρβίνου, δεν είναι σε όλους σαφές ότι η βιολογική εξέλιξη δεν είναι «απλώς μια θεωρία», αλλά ένα καλά και πολλαπλά επιβεβαιωμένο φυσικό φαινόμενο. Γιατί όμως η αποδοχή της συγκεκριμένης επιστημονικής εξήγησης του φαινομένου της ζωής συνάντησε και εξακολουθεί να συναντά απίστευτες αντιστάσεις; Πού βασίζονται οι οπαδοί του «Ευφυούς Σχεδιασμού» (Intelligent Design), μιας σύγχρονης εκδοχής της φυσικής θεολογίας, όταν απαιτούν να διδάσκονται οι αναπόδεικτες θεολογικές πεποιθήσεις τους στα σχολεία;

Η προσπάθεια αυτών των νεοσκοταδιστών να εμφανίζουν ως αναφαίρετο δημοκρατικό τους δικαίωμα (!) το παράλογο αίτημά τους να θεωρούν ως εξίσου λογική και επιστημονικά τεκμηριωμένη την άποψη ότι ο Θεός παρεμβαίνει και προσανατολίζει σκόπιμα τις εξελικτικές διεργασίες, προσκρούει βέβαια σε ανυπέρβλητα επιστημονικά αλλά και νομικά εμπόδια (όπως π.χ. στο δικαίωμα στην ανεξιθρησκία). Ωστόσο οι νεοδημιουργιστές επιμένουν: αν το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η επιστήμη θεωρείται αληθές, αλλά η αποδοχή του οδηγεί σε δυσάρεστες κοινωνικές και αρνητικές ηθικές συνέπειες, τότε αυτό το συμπέρασμα θα πρέπει να θεωρείται ψευδές.

Πώς πρέπει να αντιμετωπίζει μια σύγχρονη κοινωνία τα επιχειρήματα των οπαδών του «Ευφυούς Σχεδιασμού»; Προφανώς η επιστημονική έρευνα αδυνατεί να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τη βαθύτατη πίστη των δημιουργιστών ότι ο πανάγαθος Θεός δημιούργησε το Σύμπαν και τον άνθρωπο, και ότι ως Παντοδύναμος έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει και να κατευθύνει κατά βούληση τα φυσικά φαινόμενα. Ωστόσο, η επιστημονική μέθοδος είναι ικανή να ελέγχει τους επιμέρους και συγκεκριμένους ισχυρισμούς των δημιουργιστών, αποφασίζοντας, κατά περίπτωση, αν αυτοί οι ισχυρισμοί επιβεβαιώνονται από τις διαθέσιμες γνώσεις και παρατηρήσεις!

Πράγματι, η αδυναμία διαλόγου των εξελικτιστών με τους δημιουργιστές οφείλεται στο ότι ενώ οι εξελικτιστές υποβάλλουν συνεχώς σε επιστημονική δοκιμασία όλες τις απόψεις τους και δεν έχουν ποτέ απόλυτες βεβαιότητες, οι δημιουργιστές θεωρούν ότι κατέχουν τις οριστικές απαντήσεις σε όλα τα θεμελιώδη ερωτήματα. *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget